Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Κρίση θεσμών και Σύνταγμα [ο Εσωτερικός εχθρός]!

ευτυχείς ιθαγενείς στο "Ναό της Δημοκρατίας"!
Αριστόβουλος Μάνεσης, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη (1954-1979), τόμος Ι, 1980 [συλλογή άρθρων, σελίδες 550-561]. ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΗ ανάλυση, μιας επίκαιρης έννοιας, από τον Μεγάλο, αείμνηστο Δάσκαλο μου στο Καποδιστριακό. Το πρώτο μέρος από αυτό το σπουδαίο άρθρο του θυμηθείτε το εδώ.
ΙΙΙ

1. Με την κοινωνικοοικονομική εξέλιξη αλλοιώθηκε σταδιακά η σημασία και η αποτελεσματικότητα των θεσμών της φιλελεύθερης δημοκρατίας.


Η ολοένα μεγαλύτερη συσσώρευση και εντονότερη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, η διαμόρφωση τών παραγωγικών δυνάμεων σέ διαστάσεις μεγάλων όλιγοπωλιακών ή μονοπωλιακών επιχειρήσεων, εθνικών καί πολυεθνικών, αχρήστευσε τους μηχανισμούς της ελεύθερης αγοράς.
 Γιά τή ρύθμιση τής παραγωγικής διαδικασίας έγινε απαραίτητη η έντονη καί μόνιμη παρέμβαση τής κρατικής εξουσίας. Η κλασική όμως δομή καί λειτουργία τής φιλελεύθερης δημοκρατίας δέν φαίνεται νά προσαρμόζεται στις σύγχρονες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Η λειτουργία του κοινοβουλίου αποβαίνει συχνά αλυσιτελής, η διάκριση τών εξουσιών υποχωρεί μπροστά στην τάση γιά ενίσχυση τής εκτελεστικής εξουσίας, τής οποίας η δραστική επέμβαση κρίνεται αναγκαία, τά ατομικά δικαιώματα περιστέλλονται ή αναστέλλονται, η άσκηση τών πολιτικών δικαιωμάτων υποβάλλεται σέ έλεγχους. Ολα αυτά τά νομικο-πολιτικά φαινόμενα είναι συμπτώματα κρίσης τής αστικής δημοκρατίας.
Η εξαλλαγή αυτή τών θεσμών τής φιλελεύθερης δημοκρατίας δέν οφείλεται μόνο σέ μια δήθεν ουδέτερη πολιτικά ανάγκη προγραμματισμού καί ελέγχου τής οικονομικής ανάπτυξης, όπως υποστηρίζει η κρατούσα τεχνοκρατική ιδεολογία. Είναι σύμπτωμα βαθύτερης κρίσης πού ξεκινάει άπό τή θεμελιώδη καί ολοένα εντεινόμενη αντινομία τής σημερινής κοινωνίας: τήν αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνική ύφή τών σύγχρονων μέσων παραγωγής καί στην ιδιωτική μορφή τής ιδιοκτησίας τους. Η κρίση αυτή εκδηλώθηκε στο επίπεδο τών θεσμών τής φιλελεύθερης δημοκρατίας ιδίως μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όταν οξύνθηκαν οί ταξικοί ανταγωνισμοί μέ τό πέρασμα του μονοπωλιακού καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, μέ τήν ανάπτυξη και τίς επιτυχίες του διεθνούς εργατικού κινήματος καί μέ τήν προϊούσα αποδέσμευση ευρέων λαϊκών στρωμάτων, μικροαστικών καί αγροτικών, άπό τήν ιδεολογική καί πολιτική επιρροή τής αστικής τάξης, πού η «ηγεμονία» της άρχισε νά κλονίζεται.
2. Κάτω άπ' αυτές τίς συνθήκες κρίσης άρχισε νά διαμορφώνεται η έννοια του «εσωτερικού εχθρού». Πρόκειται ιδίως γιά τίς κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις πού λειτουργούν μέσα στό κρατούν καθεστώς, άλλά τό αμφισβητούν καί τό αντιστρατεύονται. Κατ' αρχήν οί θεσμοί φιλελεύθερης δημοκρατίας όχι μόνο δέν αποκλείουν τή συμμετοχή τών αντιπολιτευτικών δυνάμεων στις πολιτικές διαδικασίες, άλλά απεναντίας, εφόσον εξακολουθούν νά λειτουργούν, διευκολύνουν αντικειμενικά τήν ιστορική τους άνοδο. Μπροστά σε τούτο ακριβώς τό ενδεχόμενο οί κρατούντες αναζήτησαν μεθοδεύσεις πού απέληξαν σε νόθευση καί διαστρέβλωση-όταν δέν έφτασαν ως τήν απάρνηση και τήν κατάλυση-τών θεσμών της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Η έννοια του «εσωτερικού εχθρού» δεν ταυτίζεται μέ εκείνη του εγκληματία. Ό «εσωτερικός εχθρός» δέν διαπράττει ποινικά αδικήματα. Η δράση του δέν εμπίπτει στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Γι' αυτό καί δέν αντιμετωπίζεται κατασταλτικά, άλλα μόνο προληπτικά. Τεκμαίρεται ώς «δυνάμει» ίκανός νά διαπράξει ίσως, κάποτε, αξιόποινες πράξεις, ωθούμενος άπό τις πολιτικές ιδέες του. Σ' αυτές τις τελευταίες εντοπίζεται  επικινδυνότητα του. Είναι λοιπόν Ιδεολογικός καί πολιτικός αντίπαλος. Δέν είναι προσωπικός, ίδιωτικός εχθρός, άλλά δημόσιος εχθρός: «πολέμιος». Και διώκεται σάν επικίνδυνος, επειδή ακριβώς δέν είναι δυνατό νά διωχτεί σάν έ ν ο χ ο ς. Αυτό σημαίνει ότι η αντιμετώπιση του δέν είναι μόνο-ή ίσως δέν είναι κάν-έργο τής αστυνομίας καί τών δικαστηρίων, άλλά του συνόλου τών μηχανισμών, κατασταλτικών καί ιδεολογικών, τής κρατικής εξουσίας. Καί τα μέσα αντιμετώπισης του ποικίλλουν: μπορεί νά είναι πολιτικά, διοικητικά, οικονομικά, στρατιωτικά, ψυχολογικά-όπως ακριβώς συμβαίνει μέ τήν αντιμετώπιση τών εξωτερικών έχθρών, τών «πολεμίων». Διαφέρει όμως άπ' αυτούς ό «εσωτερικός εχθρός», μειονεκτώντας βασικά απέναντι τους ιδίως ώς προς ένα σημείο: στερείται τής προστασίας πού τό διεθνές δίκαιο παρέχει στους εξωτερικούς εχθρούς. Ό «εσωτερικός εχθρός», καθώς υπόκειται έξ ορισμού στή δεδομένη κρατική εξουσία καί είναι έγκλειστος στό χώρο όπου αυτή ασκείται, βρίσκεται εκτεθειμένος στο έλεος τών κρατούντων. Αυτοί δε, εφόσον ισχυρίζονται ότι υπάρχει τέτοιος «εχθρός», ομολογούν ότι η εξουσία τους κάθε άλλο παρά μέ ουδετερότητα και αμεροληψία ασκείται απέναντι σέ όσους πολίτες προσάπτουν αυτό τό χαρακτηρισμό. Καθιερώνεται έτσι μιά βασική διάκριση ανάμεσα σέ πολίτες πρώτης καί σέ πολίτες δεύτερης κατηγορίας ή μάλλον ανάμεσα σέ πολίτες εχθρούς και σέ πολίτες φίλους τής εξουσίας. Η πολιτική πολλαπλότητα (πλουραλισμός), συμφυής μέ τή δημοκρατία, στην οποία δέν νοούνται διακρίσεις μεταξύ τών πολιτών («φορέων τής κυριαρχίας»), τείνει νά αναιρεθεί κατά τό μέτρο πού η «ειρηνική συνύπαρξη» τών αντιπάλων αποβαίνει δύσκολη καί ό πόλεμος τείνει νά αντικαταστήσει τό διάλογο. Διότι η έννοια του «εσωτερικού έχθρού» συνδέεται με την ανάγκη του αγώνα εναντίον του και μάλιστα σε όλα τα επίπεδα και με κάθε διαθέσιμο μέσο· συνεπάγεται λοιπόν την αποδοχή του πολέμου, ώς θεμιτού μέσου αποτελεσματικής αντιμετώπισης τών αντιπάλων. Ό πόλεμος είναι η υλοποίηση και ακραία έκφραση τής έχθρας. Μέσα στή «λογική του πολέμου» περιλαμβάνεται και η εξουδετέρωση του αντιπάλου, η όποία φτάνει ακόμη ως τή φυσική του εξόντωση. Έτσι, η θεωρία του «εσωτερικού εχθρού» έξυπακούει σάν αναμενόμενη και αναπόφευκτη τή δυναμική αναμέτρηση, αποδέχεται δηλαδή την ανάγκη του εμφύλιου πολέμου [Τή θεσμοποίηση τής έννοιας του «έσωτερικού έχθρού» υποστήριξε — ξεκινώντας άπό τήν εκδοχή ότι μέσα στό κράτος δέν υπάρχει περιθώριο πολιτικής αντίθεσης, τής οποίας κριτήριο είναι ακριβώς η διάκριση μεταξύ «φίλου» καί «έχθρού»—ό Carl Schmitt ό όποίος κατάντησε θεωρητικός απολογητής του έθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος], ό οποίος εμφανίζεται και έδώ σάν «η συνέχιση τής πολιτικής με άλλα μέσα», κατά τόν περίφημο ορισμό του Clausewitz. Η θεωρία του «έσωτερικού έχθρού» έχει άλλωστε συνδεθεί με τή γενικά διευρυμένη σήμερα αντίληψη γιά τήν «εθνική άμυνα». Ύστερα άπό τις επιστημονικές εξελίξεις και τεχνολογικές προόδους τής εποχής μας, η «εθνική άμυνα» τών συγχρόνων κρατών είναι στενά συναρτημένη μέ τήν παραγωγική διαδικασία και τήν επιστημονική έρευνα, εξαρτάται π.χ. άπό τήν καλή λειτουργία τής ηλεκτροδότησης, τών συγκοινωνιών, τών τηλεπικοινωνιών, καθώς και άπό τήν αποδοτικότητα διαφόρων βιομηχανιών. 'Αλλ' επίσης εξαρτάται και άπό τους πολιτικούς καί ιδεολογικούς προσανατολισμούς τών λαϊκών μαζών, οί οποίες, π.χ., μέ απεργιακές κινητοποιήσεις μπορούν νά ανακόψουν τή λειτουργία τής παραγωγής ή τών δημοσίων υπηρεσιών ή επιχειρήσεων κοινής ωφελείας κ.τ.τ. Γι' αυτό η κρατική εξουσία, καί μάλιστα όχι μόνον η Κυβέρνηση, άλλά καί η ηγεσία τών ένόπλων δυνάμεων έχει τήν τάση νά επεμβαίνει σ' όλους αυτούς τους τομείς πού άφορούν άμεσα ή έμμεσα τήν έν γένει εθνική άμυνα, στην οποία εντάσσεται και η άμυνα κατά του «έσωτερικού έχθρού».
Αριστ. Μάνεσης
3. 'Αλλ' ερωτάται: ποιος συγκεκριμένα μπορεί νά είναι ό «εσωτερικός εχθρός»; Δεν πρόκειται πάντως γιά εκείνους πού υλοποιούν σε πράξεις κολάσιμες, κατά το κοινό ποινικό δίκαιο, τήν αντίθεση τους προς τό κρατούν καθεστώς, επιχειρώντας ιδίως νά τό ανατρέψουν μέ τή βία. Μία τέτοια έννοια του «έσωτερικού έχθρού» δέν θά ήταν καινούργια. Καί η αντιμετώπιση του ώς «εγκληματία» θα ήταν νομικά καί κοινωνιολογικά αυτονόητη, θεμιτή και αναπόφευκτη. Διότι τό κράτος, κάθε κράτος «έξ όρισμού», μεριμνώντας γιά τήν «αυτοσυντήρηση» και «αυτοπροστασία» του-πού είναι τό συμμετρικά αντίστοιχο του «αυτοκαθορισμού» και «αυτοπεριορισμού», πού αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα τής κρατικής εξουσίας σάν ικανότητας αποτελεσματικής επιβολής-προσπαθεί να εξασφαλίσει επιτυχώς άπό κάθε έμπρακτη αμφισβήτηση τό «μονοπώλιο τής βίας» η οποία, θεσμοποιημένη, αποτελεί τό σκληρό πυρήνα του. Αντίθετα, η καινοφανής, άπό τήν εποχή ιδίως του μεσοπολέμου, έννοια του «εσωτερικού έχθρού» άφορά σέ άτομα ή ομάδες ή κόμματα πού ένεργούν όχι μέ βίαια ούτε κάν παράνομα μέσα (κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου), άλλά μέ σαφώς σύννομους τρόπους, χρησιμοποιώντας τις θεσμοθετημένες, δηλαδή τις νόμιμες διαδικασίες, γιά νά αμφισβητήσουν μέσα ά π' α ύ τ έ ς τό κρατούν πολιτικό ή κοινωνικό καθεστώς. Σχηματικά, θά μπορούσε νά λεχθεί ότι «εσωτερικός εχθρός» είναι, σέ τελευταία ανάλυση, ό ταξικός εχθρός, Ιδίως όταν γίνεται πολιτικός αντίπαλος. Στίς δυτικές χώρες, όπου κρατούν αστικά καθεστώτα, ώς «εσωτερικός εχθρός» θεωρείται βασικά η εργατική τάξη· στις ανατολικές χώρες, πού εφαρμόζουν διάφορες μορφές, ιδιομορφίες ή παραμορφώσεις σοσιαλισμού, ώς «εσωτερικός εχθρός» αντιμετωπίζονται ιδίως οί καπιταλιστές ή μάλλον (άφού αυτοί, έξ όρισμού, δέν νοείται νά υπάρχουν έκεί μέσα) οί «πράκτορες» τους, δηλαδή εκείνοι πού οί κρατούντες θεωρούν σάν τέτοιους... Στην εποχή μας η έννοια του «έσωτερικού έχθρού» θεσμοθετείται ρητά ή εξυπακούεται σαφώς άπό τά διάφορα καθεστώτα-«δυτικά» ή «ανατολικά»-ιδίως μέ τή συνταγματική καθιέρωση «αμυντικών γενικών ρητρών» και «καταστάσεων ανάγκης». Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι ή περίπτωση του Θεμελιώδους Νόμου του 1949 τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Δ. Γερμανίας (Ιδίως άρθρα 9 παρ. 2, 18, 21 παρ. 2, 87α παρ. 4, 91)  [Οι διατάξεις αυτές καθιερώνουν τή λεγόμενη «μαχητική δημοκρατία»,πού έχει δηλαδή τήν ικανότητα νά αμύνεται εναντίον κινδύνων πού προέρχονται άπό τή δράση, όχι κάν βίαιη, κοινωνικών ομάδων (άρθρο 9 παρ. 2), ατόμων (άρθρο 18), πολιτικών κομμάτων (άρθρο 21 παρ. 2) καί σέ περιπτώσεις «εσωτερικής κατάστασης ανάγκης» (άρθρα 87α, παρ. 4, καί 91). Συναφής είναι η έννοια τής «ελεύθερης δημοκρατικής θεμελιώδους τάξης» πού θεωρείται ότι συμπυκνώνει τις «αξίες» του κρατούντος πολιτεύματος καί αποτελεί τό σημείο αναφοράς γιά κάθε είδους μέτρα προστασίας του, πού φθάνουν έως τήν περιβόητη «απαγόρευση επαγγέλματος». Η έννοια του «έσωτερικού εχθρού» ήταν σαφέστερη στο Σύνταγμα τής Ανατ. Γερμανίας τού 1949 πού όριζε (άρθρο 4 παρ. 2) ότι: «Κάθε πολίτης οφείλει νά ενεργεί σύμφωνα μέ τό πνεύμα τού Συντάγματος καί έχει καθήκον νά τό υπερασπίζεται εναντίον τών αντιπάλων του». Χαρακτηριστική είναι καί η διάταξη τού άρθρου 99 τού Συντάγματος τού Μεκλεμβούργου - Ανατολικής Πομερανίας (τής Ανατολικής Γερμανίας): «Οί αντίθετες προς τό Σύνταγμα τάσεις δέν είναι επιτρεπτές, ακόμη καί όταν χρησιμοποιούνται οί προβλεπόμενοι άπό αυτό τό Σύνταγμα τύποι»]. Οί αμυντικές «γενικές ρήτρες» όμως άπό έννοιες αόριστες καί ελαστικές-δημόσια τάξη, δημόσια ή εθνική ή λαϊκή ασφάλεια, δημόσιο ή εθνικό ή λαϊκό ή γενικό συμφέρον ή συμφέρον τής εργατικής τάξης κ.τ.τ., ή κατάχρηση δικαιώματος κ.α.-πού είναι κατ' εξοχήν επιδεκτικές ελεύθερης εκτίμησης έκ μέρους τής εξουσίας, χωρά καί ενδεχομένως αυθαίρετης ερμηνείας καί καταχρηστικής εφαρμογής. Ετσι αναβιώνει στά κράτη τής εποχής μας μία εκσυγχρονισμένη «raison d'  Etat» πού χαρακτηρίζεται άπό τήν ανάγκη εξυπηρέτησης τού συμφέροντος του κράτους ή (κ α ι) των κρατούντων καί συνεπάγεται τήν υπερίσχυση αυτής τής σκοπιμότητας πάνω  στή  νομιμότητα.
4. Σέ ό,τι άφορα είδικά τίς αστικές δημοκρατίες, πρέπει νά σημειώσω ότι η έννοια του «έσωτερικού εχθρού» εμφανίζεται ολοένα καί περισσότερο διευρυμένη. Γιά τους κρατούντες, «εσωτερικός εχθρός» σήμερα δέν είναι μόνον η εργατική τάξη, άλλά μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. Τούτο οφείλεται στην εξέλιξη του καπιταλιστικού συστήματος πού έχει οδηγήσει σέ σημαντική αύξηση τών ποσοστών τών πολιτών πού παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ώς μισθωτοί, χωρίς νά είναι στην κυριολεξία εργάτες, ένώ έξ άλλου πλατειά μικροαστικά καί αγροτικά στρώματα, καθώς καί οί διανοούμενοι καί οί νέοι, έχουν αποκτήσει μία σαφώς αντιμονοπωλιακή καί άντιιμπεριαλιστική πολιτική συνειδητοποίηση καί τοποθέτηση. Άπ' αυτή τήν άποψη είναι, λοιπόν, πολυάριθμες οί μάζες πού αμφισβητούν τό κρατούν καθεστώς. Καί δέν αποκλείεται   τό   ενδεχόμενο   νά   καταστούν πλειοψηφία και νά διεκδικήσουν τήν εξουσία μέσα άπό τις υπάρχουσες διαδικασίες και τους θεσμούς τής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η διεύρυνση του «έσωτερικού έχθρού» έχει καταστήσει αγχώδη τή μέριμνα τών κρατούντων γιά τήν ανεύρεση του και τήν εντόπιση του. Πράγματι «εσωτερικός εχθρός» μπορεί ήδη νά είναι «δυνάμει-και συνεπώς νά αντιμετωπίζεται σάν τέτοιος-κάθε πολίτης: ένας ψηφοφόρος, άλλά κι ένας δημόσιος υπάλληλος κι ένας αξιωματικός κι ένας δικαστής κι ένας διανοούμενος κι ένας καλλιτέχνης ή πολλοί άπ' αυτούς ενωμένοι. ακόμη και ένα ή περισσότερα πολιτικά κόμματα· δεν αποκλείεται, επίσης, «εσωτερικός εχθρός» νά αποβεί καί ένας υπουργός, άλλά και ο πρωθυπουργός και η Κυβέρνηση, ακόμη καί η Βουλή, δηλαδή η συγκεκριμένη πλειοψηφία της—τα ζήσαμε άλλωστε αυτά στον τόπο μας, πριν άπό δέκα χρόνια, τό καλοκαίρι του 1965 [Μνημείο αποτρόπαιο αυτής τής νοοτροπίας άποτελούν τά κείμενα τών τριών επιστολών-πότε άραγε θά αποκαλυφθεί ό συντάκτης τους;-πού απηύθυνε ό τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος στον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου γιά νά τόν εξαναγκάσει σέ παραίτηση]. Αλλά καί τό εκλογικό σώμα, δηλαδή ό ίδιος ο «κυρίαρχος» λαός ενδέχεται νά αντιμετωπιστεί σάν «εσωτερικός εχθρός»—ό «εχθρός λαός»!—κατά τό μέτρο πού η θέληση του, έστω καί αν εκδηλώνεται νόμιμα, λειτουργεί αντικειμενικά μέ τρόπο πού διακυβεύει τήν πολιτική ηγεμονία τής κυρίαρχης τάξης. Έτσι, ομολογημένος άμεσος στόχος του στρατιωτικού πραξικοπήματος τής 21 Απριλίου 1967 ήταν ακριβώς η αποτροπή τών εκλογών πού είχαν προκηρυχθεί γιά τις 28 Μαΐου του ίδιου έτους: ό λαός δεν έπρεπε νά μιλήσει... Στην εποχή μας, λοιπόν, ό «εσωτερικός εχθρός» μοιάζει νά είναι «πανταχού παρών» μέσα στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα. «Δυνάμει» ό καθένας είναι «εσωτερικός εχθρός» καί μπορεί νά εμφανισθεί σάν τέτοιος οποτεδήποτε καί σέ οποιοδήποτε χώρο του κρατούντος συστήματος. Όπως έχει πει ό Marcuse, «ο εχθρός βρίσκεται μέσα στο σύστημα... είναι έκεί μόνιμα. Δεν αναφαίνεται παρεμπιπτόντως σέ στιγμές κρίσης- είναι παρών κατά τήν ομαλή κατάσταση τών πραγμάτων. Είναι έξ ίσου απειλητικός σέ καιρό είρήνης καί σέ καιρό πολέμου (είναι ίσως πιό απειλητικός σέ ειρηνική περίοδο)· έτσι εντάσσεται στο σύστημα- είναι συνεκτικό   στοιχείο του». Ό εστί μεθερμηνευόμενον: τό κρατούν σύστημα φοβάται, άλλά καί χρειάζεται τον «εσωτερικό εχθρό». Καί έν ανάγκη τον εφευρίσκει, για νά τονώνει τή συνοχή του...

IV

1. Μέ αυτά τά δεδομένα, στό πλαίσιο τής φιλελεύθερης δημοκρατίας, οί κρατούντες φροντίζουν νά διευθετήσουν τή λειτουργία των θεσμών της ενόψει ή έστω μέ την επίκληση του κινδύνου του «έσωτερικοϋ έχθρού». Πιό συγκεκριμένα: προσπαθούν νά αποτρέψουν τή χρησιμοποίηση τους άπό άτομα, ομάδες ή κόμματα πού τά χαρακτηρίζουν σάν «εσωτερικό εχθρό». Τό ερώτημα όμως είναι: τί απομένει έτσι άπό τή φιλελεύθερη δημοκρατία; Πρόκειται ουσιαστικά γιά αναίρεση τών θεσμικών καί ιδεολογικών βάσεων της.
Οί μεθοδεύσεις γιά την αντιμετώπιση τοϋ «έσωτερικού έχθρού» ποικίλλουν. Οί κρατούντες γνωρίζουν, βέβαια, ότι η βία καί ό καταναγκασμός, πού άποτελούν τά πρωταρχικά και τά έσχατα μέσα επιβολής, δέν μπορούν νά εξασφαλίσουν παρά μόνο στοιχειώδη υποταγή. Η στοιχειώδης όμως υποταγή μόνο στοιχειώδη καί προσωρινή προστασία του καθεστώτος εξασφαλίζει. Γιά τήν αποτελεσματικότερη λοιπόν αντιμετώπιση του «έσωτερικού έχθρού» αναγκαία είναι η εξασφάλιση μιας εκούσιας υποταγής, μέ τήν απόσπαση τής συγκατάθεσης τών κυβερνωμένων. Οπως γράφει ό Rousseau, «καί ό πιό δυνατός δέν είναι ποτέ αρκετά δυνατός γιά νά μείνει πάντα κύριος, αν δέν μεταβάλει τή δύναμη του σέ δίκαιο καί τήν υπακοή σε καθήκον». Καί τά δύο αυτά πραγματοποιούνται μέ τους νομικούς κανόνες καί θεσμούς πού θεσπίζει η κρατική εξουσία, προσπαθώντας νά αποκτήσει τή συναίνεση τών έξουσιαζομένων καί έτσι νά νομιμοποιηθεί («δικαιωθεί»). Ένα-οποιοδήποτε-καθεστώς, γιά νά στερεωθεί, λειτουργήσει καί επιβιώσει, χρειάζεται ένα minimum λαϊκής αποδοχής καί προσχώρησης. Η κρατική εξουσία δέν επιβάλλεται μόνο μέ τον καταναγκασμό, άλλα καί μέ τή συγκατάθεση τών έξουσιαζομένων: «πειθοί καί βία», κατά Πλάτωνα.
Υπάρχουν βασικά δύο κύριοι τρόποι κρατικής επιβολής: α) μέσω τών κατασταλτικών μηχανισμών (στρατός, αστυνομία, διοικητική γραφειοκρατία, δικαστήρια, φυλακές) πού επιβάλλουν καταναγκαστικά τή συμμόρφωση προς τις θελήσεις τής εξουσίας· καί β) μέσω τών ι δ ε ο λ ο γ ι κ ώ ν μηχανισμών (σχολεία, οικογένεια, εκκλησία, τύπος έν γένει, εκδοτικοί οίκοι, συνδικάτα, πολιτικά κόμματα, μέσα μαζικής ενημέρωσης διαφημίσεις κ.τ.λ.) πού συντηρούν και αναπαράγουν κρατούσες συνήθειες, παραδόσεις, αντιλήψεις, προλήψεις, καλλιεργώντας μία «ψεύτικη συνείδηση» και εκμαιεύοντας μέσω αυτής τη συναίνεση και τήν προσχώρηση τών έξουσιαζομένων στό καθεστώς. Οί καταναγκαστικοί μηχανισμοί προσιδιάζουν στην «πολιτική κοινωνία», οί ιδεολογικοί στην «ιδιωτική κοινωνία», άπό τις δύο δέ αυτές «κοινωνίες» συντίθεται, κατά τόν Gramci, τό σύγχρονο κράτος. Ειδικότερα: μία οικονομικά κυρίαρχη κοινωνική τάξη προετοιμάζει ή διασφαλίζει και συντηρεί τήν πολιτική κυριαρχία της στό βαθμό πού κατορθώνει νά στηριχτεί και στή συναίνεση τής συγκεκριμένης κοινωνίας, οπότε «νομιμοποιείται» και γίνεται «διευθύνουσα». Η «ή γ ε μ ο ν ί α» της είναι συνάρτηση, όχι μόνο τής ικανότητας της νά επιβάλλεται αποτελεσματικά - καταναγκαστικά, άλλά και τής ικανότητας της νά πείθει ότι πρέπει νά επιβάλλεται. Πρόκειται γιά «ηγεμονία θωρακισμένη μέ τόν καταναγκασμό». Καί αντίστροφα: η κυριαρχία της διακυβεύεται κατά τό μέτρο πού ό consensus εκλείπει, οπότε η ηγεμονία της φθίνει, η δέ ωμή βία καί η απροκάλυπτη καταπίεση απομένουν τό κύριο στήριγμα της. Τότε υπάρχει κρίση  νομιμοποίησης.
Η σημερινή κρίση τής φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι ουσιαστικά κρίση νομιμοποίησης τής πολιτικής ηγεμονίας τής αστικής τάξης. Οί ισχύουσες αντιπροσωπευτικές - κοινοβουλευτικές διαδικασίες δύσκολα κατορθώνουν νά συντηρούν καί νά αναπαράγουν τόν consensus τών έξουσιαζομένων, απεναντίας, αποβαίνουν έπικίνδυνες γιά τό καθεστώς κατά τό μέτρο πού οι κρατούντες δέν κατορθώνουν, μέσα άπ' αυτές, νά κηδεμονεύσουν καί χειραγωγήσουν τις ανερχόμενες λαϊκές δυνάμεις, ώστε νά τις έξουδετερώσουν πολιτικά, έστω προσωρινά, ενσωματώνοντας τες στό σύστημα. Στην αγωνιώδη προσπάθεια γιά αντιμετώπιση τής κρίσης νομιμοποίησης αναζητούνται επιτήδειες μεθοδεύσεις γιά τήν απόκτηση ή καί τήν απόσπαση τής συγκατάθεσης—έστω καί εκβιασμένης. Υπάρχει, βέβαια, τό ρητό του ρωμαϊκού δικαίου: qui tacet consentire videtur («ό σιωπών δοκεί συναινείν»). Καί η κρατική εξουσία έχει ασφαλώς τή δυνατότητα νά επιβάλλει τή σιωπή γιά νά συνάγει άπό τή σιωπή τή συναίνεση... Τούτο όμως δέν είναι εύκολο νά τό επιτύχει μέσα σέ ένα φιλελεύθερο καί μάλιστα δημοκρατικό πολίτευμα. Διότι στή δημοκρατία η συναίνεση δέν άρκεί νά τεκμαίρεται»· πρέπει νά αποδεικνύεται. Ιδρύονται λοιπόν θεσμοί κατάλληλοι, ώστε η συναίνεση νά παρέχεται ή πάντως νά φαίνεται ότι παρέχεται ή, στην ανάγκη, νά «εκμαιεύεται», άλλά «διυλισμένη»: γιά νά μή διακυβεύεται τό κρατούν καθεστώς άπό τή λαϊκή θέληση, καί παράλληλα οί κρατούντες νά μπορούν νά ισχυρίζονται ότι έχουν τή συγκατάθεση του λαού καί ότι έτσι η εξουσία τους είναι «νομιμοποιημένη».
2. Μέ τήν όξυνση τών κοινωνικών ανταγωνισμών, η μέριμνα γιά τήν προστασία του καθεστώτος άπό τόν «εσωτερικό εχθρό» εντείνεται καί επεκτείνεται· γίνεται μακροπρόθεσμη, ευρύτερη καί καθολικότερη. Καί μεταφέρεται στό επίπεδο του Συντάγματος, όπου καί θεσμοποιείται, πέρα ή μάλλον π ρ ί ν καί πάντως άσχετα άπό τις μεθόδους προστασίας τοϋ καθεστώτος πού λειτουργούν κατά τά κλασικά παραδοσιακά πρότυπα, στό επίπεδο του ποινικού δικαίου. Βέβαια, ό Ποινικός Κώδικας καθώς καί άλλοι ποινικοί νόμοι, έχουν προβλέψει γιά τήν προστασία όλων τών έννομων αγαθών του κρατούντος καθεστώτος πού ενδέχεται νά άπειληθούν άπό τόν «εσωτερικό εχθρό». Υπάρχει ολόκληρο σύστημα διατάξεων γιά τήν προστασία τόσο τής εξωτερικής, όσο καί τής εσωτερικής ασφάλειας του κράτους άπό αντίστοιχα εγκλήματα (έσχατη προδοσία, προδοσία τής χώρας, κατασκοπεία, εγκλήματα κατά τής ελευθέρας ασκήσεως τών πολιτικών δικαιωμάτων, προσβολές κατά τής δημοσίας εξουσίας, επιβουλή τής δημοσίας τάξεως κ.τ.τ.) καί μάλιστα καί άπό δραστηριότητες πού χαρακτηρίζονται παράνομες καί διώκονται ακόμη καί στό στάδιο τής απόπειρας καί τών απλών προπαρασκευαστικών πράξεων σέ ορισμένες περιπτώσεις. Φαίνεται όμως ότι η προστασία αυτή θεωρείται ανεπαρκής, όταν η αμφισβήτηση του κρατούντος καθεστώτος είναι εκτεταμένη καί διάχυτη. Μία ευθεία αντιμετώπιση του ζητήματος θά άποτελούσε η απαγόρευση καί ποινικοποίηση ορισμένης πολιτικής συμπεριφοράς καί τών συναφών ιδεών, κομμάτων καί οργανώσεων. Η μεθόδευση αυτή δέν είναι άγνωστη στην πολιτική ίστορία, τόσο τών άλλων κρατών, όσο καί τής χώρας μας. Αποτελεί όμως οξεία άρνηση τής φιλελεύθερης δημοκρατίας, έχει συνδεθεί με δικτατορικά καθεστώτα καί προφανώς, ενόψει του υπάρχοντος συσχετισμού τών κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, δέν είναι σήμερα σκόπιμη ούτε ίσως εφικτή. Έτσι, η ένταση τής κρατικής επιβολής επιχειρείται έξω από τά συνηθισμένα πλαίσια και τις εγγυήσεις του ποινικού δικαίου, σέ «ύφος πλάγιο», δηλαδή σέ πεδία πολιτικά, τής αρμοδιότητας του συνταγματικού δικαίου. Και αντί γιά τήν ωμή απαγόρευση, προκρίνεται η επιτήδεια ή λαθραία και ύπουλη παρεμπόδιση και ανάσχεση ορισμένης πολιτικής συμπεριφοράς. Δέν πρόκειται γιά γενική ή είδική «πρόληψη» κατά τά πρότυπα του ποινικού δικαίου· ούτε έχει ως αντικείμενο συγκεκριμένη εγκληματική-άδικη και αξιόποινη-πράξη, πού νά αντιμετωπίζεται μέ απειλή ποινικών κυρώσεων, οι όποιες επιβάλλονται κατασταλτικά μετά τή διάπραξη και τή δικαστική εξακρίβωση ορισμένου εγκλήματος.
Τό νέο ακριβώς φαινόμενο πού χαρακτηρίζει τά σύγχρονα κράτη έγκειται στο ότι γιά τήν προστασία του καθεστώτος δέν μεριμνά πιά μόνον ό ποινικός νομοθέτης, απαγορεύοντας παράνομες πράξεις, αλλά καί, κατά πρώτο λόγο καί μάλιστα ανενδοίαστα, ό συντακτικός νομοθέτης, προσπαθώντας νά παρεμποδίσει πολιτικές πράξεις νόμιμες. Πρόκειται γιά δραστηριότητες πού δέν εμπίπτουν στις διατάξεις τών ποινικών νόμων καί όμως παρακωλύονται δηλαδή ουσιαστικά απαγορεύονται, έστω καί αν τυπικά επιτρέπονται. Τέτοιες όμως περιπτώσεις κατ' επιλογήν απαγορευμένης   νομιμότητας  άναιρούν κάθε έννοια νομιμότητας.
3. Η φιλελεύθερη δημοκρατία πάσχει σήμερα άπό μιά βασική εσωτερική αντινομία: η λειτουργία τών θεσμών της, πού είχαν άλλοτε θεσπισθεί άπό τήν αστική τάξη, στρέφεται τώρα εναντίον της. Και ανακύπτει γι' αυτήν ένα κρίσιμο δίλημμα. Μία επιλογή έγκειται στην ωμή κατάλυση τών φιλελεύθερων καί δημοκρατικών θεσμών. Η προσφυγή στους μηχανισμούς καταστολής δέν είναι όμως εύκολη-εξαρτάται άπό τόν εκάστοτε συσχετισμό τών κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων-ούτε ακίνδυνη, διότι οί δικτατορίες οξύνουν τίς αντιθέσεις καί, όταν πέσουν, ανοίγει συνήθως ο δρόμος τής αλλαγής. Οί κρατούντες επιλέγουν, λοιπόν, ήπιώτερα καί ευφυέστερα μέσα. Έπινοούν μηχανισμούς αναστολής: προβαίνουν σέ τροποποιήσεις, παραλλαγές καί αλλοιώσεις θεσμών και διαδικασιών τής φιλελεύθερης δημοκρατίας, πρόσφορες γιά τήν προληπτική προστασία του καθεστώτος-κοινωνικοοικονομικού, πολιτικού, ιδεολογικού-από τόν «εσωτερικό εχθρό». Η μεθόδευση γίνεται μέ τό Σύνταγμα καί είναι χονδρικά η εξής: η άσκηση τών πολιτικών καί τών ατομικών δικαιωμάτων καί ελευθεριών   περιστέλλεται   είτε ώς προς τους φορείς τους είτε ώς προς τό αντικείμενο τους, ώστε τά νέα κοινωνικοπολιτικά ρεύματα νά μή είναι διογκωμένα και να διοχετεύονται, κατά το δυνατό, «διυλισμένα» και «αποστειρωμένα», σε θεσμικά κανάλια στέρεα, πού δύσκολα νά μπορούν νά διαρραγούν ή νά ξεχειλίσουν. Ειδικότερα: οί εκλογές, η λειτουργία τής Βουλής, η κυβέρνηση και η διοίκηση του κράτους, η δικαιοσύνη, οί ένοπλες δυνάμεις καί τά σώματα ασφαλείας, η παιδεία, η εκκλησία, νά ελέγχονται αποτελεσματικά, ώστε νά μή μπορεί νά διαβρωθούν καί χρησιμοποιηθούν άπό τόν «εσωτερικό εχθρό». Ετσι παρουσιάζεται τό φαινόμενο νά διατηρούνται μέν, βασικά, τά υπάρχοντα συνταγματικά πλαίσια τών πολιτικών διαδικασιών, αντιπροσωπευτικών καί κοινοβουλευτικών, άλλά μέσα σ' αυτές αρχίζουν νά ανυψώνονται διαδοχικοί ανασταλτικοί φραγμοί, σέ τρόπο πού νά μήν έχουν ό λ ο ι οί πολίτες καί ό λ α τά κόμματα τίς ίδιες δυνατότητες, άρα και πιθανότητες, νά μετέχουν στη λειτουργία του πολιτεύματος ή νά τήν επηρεάζουν αποφασιστικά. Μέ τίς μεθοδεύσεις αυτές θεσμοποιείται μιά μόνιμη οίονεί «κατάσταση ανάγκης», πού αποσκοπεί στην αντιμετώπιση τής κρίσης ηγεμονίας τής κυρίαρχης τάξης μέ τήν τεχνητή υποβάθμιση τ ο υ πολιτικού βάρους καί τήν ελαχιστοποίηση τής πολιτικής παρουσίας τών κυριαρχούμενων τάξεων. Πιό συγκεκριμένα: κύριος στόχος αυτών τών συνταγματικών μεθοδεύσεων είναι η παρεμπόδιση τών νέων κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων νά καταστούν πλειοψηφία. Αυτό όμως σημαίνει ότι η δημοκρατική αρχή νοθεύεται, παραμορφώνεται καί ουσιαστικά καταλύεται. Όταν η δημοκρατία τείνει νά γίνει «διευθυνόμενη», αυτοαναιρείται. Έτσι τό αστικό κράτος τής εποχής μας τείνει, αντικειμενικά, νά καταστεί αυταρχικό. Η τέτοια μετεξέλιξη του επιβεβαιώνεται κατά τό βαθμό πού μέσα στό θεσμικό του πλαίσιο, μέ τήν επίκληση του «εσωτερικού εχθρού», η νομιμότητα παύει νά είναι αδιαίρετη καί τείνει νά λειτουργεί μόνο για τους «πολίτες - φίλους» τών κρατούντων. Πράγματι, είναι ιδιάζον γνώρισμα τών αυταρχικών καθεστώτων, η νομιμότητα νά ισχύει υπό τήν επιφύλαξη τής νομιμοφροσύνης.                             

1 σχόλιο:

Σ. Ζυγούρας είπε...

Μεγάλος δάσκαλος; Πιθανότατα. Όμως με στενά διαμορφωμένες αντιλήψεις. Τον παρέσυρε κι αυτόν η εποχή του "κυρίαρχου λαού", όπου ο "αριστερός" και ο "δημοκράτης" ήταν μόδα και είχαν αντίπαλο δέος. Το ζήτημα είναι κατά πόσον η ιδεολογική του αντίληψη επηρέασε την νομική του συγκρότηση.

Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΡΟΣΧΗΜΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...