Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Μάρτυρες μη εξετζόμενοι, ανακριτικά καθήκοντα, οικονομικοί επιθεωρητές.

Άρειος Πάγος Ολομέλεια 4/ 2008.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Φώσκολο, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Μιχαήλ Δέτση, Αντιπροέδρους, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Ρένα Ασημακοπούλου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αλέξανδρο Νικάκη, Δημήτριο Πατινίδη, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά.

Περίληψη. Ποινική δικονομία. Μάρτυρες μη εξεταζόμενοι στο ακροατήριο (άρθρο 211 ΚΠΔ). Πρόσωπα που άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα. Εννοια ανακριτικών καθηκόντων. Δεν εμπίπτουν και οι ενέργειες υπαλλήλου που δεν είναι ειδικός προανακριτικός υπάλληλος αλλά άσκησε καθήκοντα στα πλαίσια ένορκης ή μη διοικητικής εξέτασης. Εξέταση ως μαρτύρων οικονομικών επιθεωρητών που άσκησαν πειθαρχικά καθήκοντα (ΕΔΕ) δεν επιφέρει ακυρότητα. (Απορρίπτει τον παραπεμφθέντα λόγο αναιρέσεως. Μετά την υπ΄ αριθμ. 1450/2007 απόφαση ΑΠ (Ποιν).
ΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 211 εδάφ α` του Κ.Π.Δ., ``Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α`) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση ...``. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται, η ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή προανάκρισης και όχι η ενέργεια οιουδήποτε υπαλλήλου, που δεν είναι ειδικός προανακριτικός υπάλληλος, στα πλαίσια ένορκης ή μη διοικητικής εξέτασης. Ο λόγος δε της εξαιρέσεως των προσώπων αυτών που άσκησαν ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα στηρίζεται στην προκατάληψη την οποία θεωρεί ο νομοθέτης ότι μπορεί να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ως εκ της ασκήσεως των καθηκόντων τους. Το επιχείρημα ότι ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ισχύει και στην περίπτωση των ενεργησάντων διοικητική εξέταση δεν είναι αρκετό να οδηγήσει στη σκέψη ότι δεν πρέπει να εξετάζονται και αυτοί ως μάρτυρες ενόψει του ότι α) ανακριτικοί και διοικητικοί υπάλληλοι δεν ταυτίζονται β) στόχος της ποινικής δίκης είναι η αναζήτηση της ουσιαστικής αληθείας και οι διατάξεις που προβλέπουν εξαίρεση χρήσεως ενός αποδεικτικού μέσου, όπως είναι η ανωτέρω διάταξη πρέπει να ερμηνεύονται στενώς γ) ο νομοθέτης του ν. 3160/2003 που με τα άρθρα 5 και 6 αυτού αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 43 παρ.1 εδ. β και γ και 47 παρ.2 ΚΠΔ. αντιστοίχως, οι οποίες ορίζουν η μεν πρώτη ότι είναι δυνατόν να μη διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, όταν τούτο επιβάλλεται για να κινηθεί η ποινική δίωξη, εφόσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη η δε δεύτερη ότι ο Εισαγγελέας προβαίνει στην απόρριψη της εγκλήσεως, όταν κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, εφόσον έχει διενεργηθεί εκτός από προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις και ένορκη διοικητική εξέταση δεν τροποποίησε τη διάταξη του άρθρου 211, ώστε να περιληφθούν σ` αυτή και οι διενεργήσαντες διοικητικοί εξέταση υπάλληλοι και δ) όταν ο ίδιος ο νομοθέτης κάμπτει σε πολλές περιπτώσεις την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και επιτρέπει την εξέταση ως μαρτύρων και των ενεργησάντων ακόμη ανακριτικά καθήκοντα (περιπτώσεις ανακριτικών πράξεων για λαθρεμπορία άρθρο 63 παρ.1 Αγορ. Κωδ. 122 Ν 3030/1954,7 παρ.4 Ν 2331/1995, 421 παρ. 3 ΚΠΔ) θα είναι εκτός του γράμματος και του σκοπού της διατάξεως η επέκταση εφαρμογής της σε περιπτώσεις που δεν ορίζει ρητώς η ίδια η διάταξη

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από το Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη των λόγων αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής.

Με την προσβαλλόμενη 1631/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα Χ1, καταδικάστηκε, σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι ετών για πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ`εξακολούθηση, που στρεφόταν κατά του Δημοσίου με ζημία αυτού που υπερβαίνει τα 50 εκατ. δραχμές, απιστία σχετικά με την υπηρεσία, κατ` εξακολούθηση, όπου ο υπαίτιος μετήλθε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου υπερβαίνει τα 50 εκατ. δραχμές και υπεξαίρεση στην υπηρεσία, κατ` εξακολούθηση, με ζημία του Δημοσίου που υπερβαίνει τα 50 εκατ. δραχμές, (26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1,3, 256 περ.γ`, 258 περ.γ ΠΚ, άρθρο 1 Ν.1608/1950, όπως ισχύει), με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 περ, α, δ και ε ΠΚ. Κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από την εξέταση των μαρτύρων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας, πλην άλλων, προέβαλε αντιρρήσεις ως προς την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας Γ1 και Γ2, διότι, όπως ισχυρίσθηκε, "είχαν διενεργήσει προανακριτικά καθήκοντα κατά το άρθρο 211 ΚΠΔ". Το αίτημα της αναιρεσείουσας, για τη μη εξέταση των πιο πάνω μαρτύρων, απορρίφθηκε από το Πενταμελές Εφετείο με την αιτιολογία ότι "ο ισχυρισμός του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατηγορουμένης και εκπροσωπούντος αυτήν περί μη εξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας Γ1 και Γ2 είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Ακολούθως δε προέβη στην εξέταση των εν λόγω μαρτύρων, τις καταθέσεις των οποίων όχι απλώς συνεκτίμησε, αλλά ιδιαιτέρως έλαβε υπόψη του, προκειμένου να προβεί στην πιο πάνω καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση του, αφού γίνεται ιδιαίτερη μνεία των καταθέσεων των εν λόγων μαρτύρων, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την αναφορά ότι "για όλα τα ανωτέρω περιστατικά σαφείς και αρκετά πειστικές υπήρξαν οι καταθέσεις των ειρημένων μαρτύρων κατηγορίας Γ1 και Γ2.. Κατά της πιο πάνω καταδικαστικής αποφάσεως η αναιρεσείουσα άσκησε παραδεκτώς αναίρεση, με τον τρίτο λόγο της οποίας και τον παραδεκτώς ασκηθέντα συναφή πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει ότι επήλθε σχετική ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, κατ` άρθρο 510 παρ.1Β ΚΠΔ, και δεν καλύφθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 ΚΠΔ, διότι, παρά τις αντιρρήσεις της, οι αυτοί πιο πάνω επιθεωρητές του Υπουργείου Οικονομικών, Γ1 και Γ2 εξετάσθηκαν ως μάρτυρες, αν και ενήργησαν, εκτός από προανακριτικά, και πειθαρχικά καθήκοντα (ΕΔΕ), και μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 3160/2003, οι οικονομικοί επιθεωρητές που ενήργησαν διοικητική εξέταση, περιλαμβάνονται στην απαγόρευση του άρθρου 211 α ΚΠΔ. Στις καταθέσεις δε των μαρτύρων αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε κατά κύριο λόγο την καταδικαστική κρίση της. Η αιτίαση όμως αυτή είναι αβάσιμη αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 211 εδάφ. α ΚΠΔ οι προαναφερόμενοι οικονομικοί επιθεωρητές που άσκησαν πειθαρχικά καθήκοντα (ΕΔΕ) δεν κωλύονται εκ του λόγου τούτου να εξετασθούν ως μάρτυρες και, συνακόλουθα το Δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε με το να απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης και ο συναφής πρώτος από τους από 26-1-2007 πρόσθετους αυτής λόγους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β` ΚΠΔ που παραπέμφθηκαν στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, ενόψει του ότι υπάρχουν προς έρευνα και άλλοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης που δεν παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια με την παραπεμπτική απόφαση, πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο ΣΤ` Ποινικό Τμήμα του Α.Π. για να αποφασίσει κατά τα λοιπά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους παραπεμφθέντας στην Ολομέλεια τρίτο λόγο της από 5-12-2005 αίτησης της Χ1 και τον πρώτο από τους από 26-1-2007 πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1631/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναπέμπει την υπόθεση στο Στ` Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, για να αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 10 Ιανουαρίου 2008.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis