Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Υπερκαταναλωτισμός και ιδιωτική υπερχρέωση.

Βασίλης Φίλιας
Βασίλης Φίλιας, από την εξαχρείωση στην εξαθλίωση, 1974-2012 [έκδοση Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, 2013, σελίδες 172-175].

ΚΑΤΗΓΟΡΕΙΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ο ελληνικός λαός από τους ξένους «εταίρους» μας και τους υπέρβαρους πολιτικούς ηγέτες ότι διαμόρφωσε έναν τρόπο ζωής πάνω από τις δυνατότητες της πραγματικής οικονομίας.
Η κατηγορία εις βάρος του ελληνικού λαού είναι αστήρικτη και ασύστολη από πλευράς απόδοσης ευθυνών· παραμένει, όμως, το γεγονός ότι η χώρα στα τριάντα οκτώ χρόνια της μεταπολίτευσης έζησε πάνω από τις δυνατότητες της πραγματικής οικονομίας.
Ήδη στις αρχές της δεκαετίας του '80 ο αείμνηστος Σάκης Καράγιωργας διακήρυσσε σε όλους τους τόνους ότι «τρώμε το ψωμί του μέλλοντος» και ορισμένοι σώφρονες και σκεπτόμενοι πανεπιστημιακοί, μεταξύ των οποίων και εγώ από καθέδρας, αλλά και με άρθρα στον καθημερινό Τύπο, προειδοποιούσαμε για τους διαφαινόμενους κινδύνους μιας μελλοντικής οικονομικής κατάρρευσης, όχι όμως μόνο, ούτε κυρίως λόγω της ιδιωτικής υπερκατανάλωσης, αλλά βασικά και πρωταρχικά λόγω δημοσιονομικού οργίου, της κρατικής σπατάλης και της αλματώδους αύξησης του κόστους των κρατικών προμηθειών ως συνέπεια των παράνομων «δοσιμάτων» (μίζες) στα κυβερνητικά στελέχη και σε υψηλόβαθμους διοικητικούς παράγοντες.
Όχι μόνο δεν εισακουσθήκαμε, αλλά και κατηγορηθήκαμε ότι οι επισημάνσεις μας αυτές είχαν κίνητρα «αντιπολιτευτικά».
Το σύνθημα «Τσοβόλα, δώσ' τα όλα» εξέφραζε την οικονομική «λογική» της πολιτικής των ανοικτών θυρών, που ακολούθησαν ιδιαίτερα οι κυβερνήσεις της «αλλαγής», αλλά και οι κυβερνήσεις της λεγόμενης Κεντροδεξιάς.
-* * *
Το εύρος της ιδιωτικής υπερκατανάλωσης δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να αγνοηθεί, διότι συνιστά μια από τις βασικές παραμέτρους που συνέθεσαν το χρονικό του προαναγγελθέντος θανάτου της οικονομίας- πρέπει, όμως να ερμηνευθεί.
Είπαν, πολλοί «σοφοί» άνδρες, ότι ο υπερκαταναλωτισμός του Έλληνα οφείλεται στο αποκτηθέν «σύνδρομο της Κατοχής», δηλαδή είναι απότοκος των δίσεκτων χρόνων του πολέμου και της μεγάλης οικονομικής δυσπραγίας των λαϊκών στρωμάτων στην εικοσαετία '45-'65, που οδήγησε στην εξωτερική μετανάστευση.
Η «ερμηνεία» αυτή είναι κατ' επιεική διατύπωση ανόητη. Ξεκινάει και καταλήγει σε ψυχολογικά στοιχεία, που υποτίθεται ότι διαμόρφωσαν νοοτροπία και συμπεριφορά του Έλληνα μεταπολεμικά.
Η σαθρότητα του επιχειρήματος αποδεικνύεται όταν ληφθεί υπόψη: πρώτον, ότι το φαινόμενο του υπερκαταναλωτισμού δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά αφορά σε όλες τις χώρες καπιταλιστικής ανάπτυξης και, δεύτερον, ότι ο υπερκαταναλωτισμός χαρακτηρίζει παντού κυρίως τα νεοπαγή μικροαστικά στρώματα, που αναπτύχθηκαν και διευρύνθηκαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στρώματα κοινωνικά ανασφαλή, όπου η απόκτηση περιουσιακών στοιχείων και πραγμάτων λειτουργεί ως στοιχείο κοινωνικής επιβεβαίωσης και περιωπής (status), κάτι που γνωρίζουμε από τις έξοχες αναλύσεις του Μαρξ, του Μαξ Σέλερ, του'Εριχ Φρομ κ.ά·, που μίλησαν για «φετιχισμό του εμπορεύματος».
Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι εάν η κλίμακα του υπερκαταναλωτισμού παραμένει σε κάποια «φυσικά» όρια ή αν και γιατί παίρνει παθολογικές διαστάσεις.
Τα φυσικά όρια καθορίζονται από την κάλυψη «δευτερογενών», δηλαδή μη επιβιωτικών αναγκών, που αναμφισβήτητα καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα, που ασφαλώς συνδέεται με το επίπεδο ευημερίας ατόμων, ομάδων και κοινωνιών.
Όμως, ο υπερκαταναλωτισμός που παίρνει το χαρακτήρα φρενίτιδας και αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό των μεταπολεμικών «κοινωνιών αφθονίας» είναι απότοκος μιας κατευθυνόμενης εκμαθημένης συμπεριφοράς.
Μιας συμπεριφοράς που εξυπηρετεί την ταχύρρυθμη εμπορική ανακύκλωση, που εξασφαλίζει την ασταμάτητη ροή κέρδους. Μιας συμπεριφοράς στην οποία εξωθείται ο καταναλωτής αφενός με τη διαφήμιση -commercial την αποκαλούν οι Αμερικανοί-, αφετέρου με την παροχή χρηματοπιστωτικών «διευκολύνσεων», που και πάλι διευρύνουν τον τραπεζικό κύκλο εργασιών, άρα τα τραπεζικά κέρδη.
Το λεγόμενο «πλαστικό χρήμα» έχει ακριβώς αυτή την αποστολή, που οδηγεί στην υπερχρέωση όλων εκείνων των ανθρώπων που το οικονομικό τους επίπεδο είναι χαμηλότερο από τις προσδοκίες τους.
Φαινόμενο παγκόσμιο, όχι μόνο ελληνικό, με δείκτες υπερχρέωσης σε πολλές χώρες πολύ υψηλότερους από εκείνους της Ελλάδας.
Δεν είναι τόσο η διάσταση του φαινομένου που χαρακτηρίζει την ελληνική περίπτωση όσο η δυσαναλογία μεταξύ της οικονομικής βάσης των δανειζομένων και του ύψους του δανεισμού και μια ψευδαισθητική αντίληψη ευημερίας, που εδραιώθηκαν ως συνέπεια αυτής της δυνατότητας προσφυγής στις τράπεζες.
Μια ψευδαισθητική αντίληψη που η γενίκευση της οφείλεται όχι μόνο στα καταναλωτικά δάνεια όλων των κατηγοριών -στεγαστικά, «διακοπών», σπουδαστικά κ.λπ. κ.λπ.- αλλά και στα επιχειρηματικά δάνεια, που επέτρεψαν παράτολμα και αμελέτητα εγχειρήματα κάθε είδους, που είχαν ως παράπλευρη συνέπεια την εκτίναξη των ενοικίων στις εμπορικές και βιομηχανικές ζώνες σε δυσβάσταχτα ύψη.
Η ευθύνη των τραπεζών για την εξέλιξη αυτή είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από εκείνη των πελατών τους. Με πιεστικό τρόπο -τηλεφωνήματα, διαφημιστικά φυλλάδια, τηλεοπτικές διαφημίσεις κ.λπ.- οι τράπεζες ωθούσαν τον κόσμο να δανείζεται και τούτο διότι με τη διαδικασία αυτή εξασφάλιζαν υπέρογκα κέρδη.
Ανεξαρτήτως ευθυνών, το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο μια πλασματική διόγκωση της ζήτησης καταναλωτικών προϊόντων διαρκείας (π.χ. αυτοκινήτων), αλλά και γενικότερα των εισαγωγών.
Ένας ανταγωνισμός γοήτρου με άξονα την καταναλωτική επίδειξη της πολιτικής νομενκλατούρας, της παρασιτικής κεφαλαιοκρατίας και των «προσωπικοτήτων» της «σόου μπίζνες» λειτούργησαν ως μηχανισμοί επιδημικής επιμόλυνσης, που αμαύρωσε συνολικά την ελληνική κοινωνία.
Την αμαύρωσε ενώ παράλληλα στέρησε από την παραγωγή το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού πλεονάσματος, που «επενδυόταν» σε κατοικίες εξωφρενικής χλιδής, πολυτελή κότερα, πισίνες κ.ο.κ.
Μια τάξη ανθρώπων που ανάμεσα τους δημιουργήθηκε ένας ιστός αλληλοϋποστήριξης, που πέτυχε να τους βοηθά στη φοροδιαφυγή και γενικότερα στην αποφυγή της εκπλήρωσης κάθε υποχρέωσης απέναντι στο κράτος.
Σ' αυτούς προστέθηκαν μεγαλοεργολάβοι, μεγαλογιατροί, μεγαλοδικηγόροι, «επιχειρηματίες» της νύχτας, αλλά και μεγιστάνες των ΜΜΕ, που όλοι μαζί συνέθεσαν την «καλή κοινωνία» της χώρας.
Όπως το κακό νόμισμα εκτοπίζει το καλό (νόμος του Γκρέσαμ), έτσι ο κόσμος αυτός εξετόπισε και εξουδετέρωσε τα υγιή κύτταρα της κοινωνίας, και αυτό συνιστά την κύρια διαφορά, με ανάλογα φαινόμενα στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Κύρια διαφορά, διότι εκεί οι διεφθαρμένοι πυρήνες δεν επεκράτησαν κατά κράτος όπως συνέβη στην Ελλάδα.
Ισχυρές δυνάμεις από τον πνευματικό και ακαδημαϊκό αλλά και από τον πολιτικό χώρο σε άλλες χώρες αντιτάχθηκαν σ' αυτή τη λογική του καταναλωτικού διαφθορείου και γι' αυτό τα φαινόμενα αυτά υπήρξαν πρόσκαιρα μόνο κυρίαρχα, δεν επεκράτησαν για σχεδόν μια τεσσαρακονταετία.
Από την άποψη αυτή το πλήγμα και ο διασυρμός που δέχεται σήμερα η χώρα θα λειτουργήσει ως αφύπνιση.
Η μακαριότητα μιας ψευδεπίγραφης ευμάρειας και ευδαιμονίας ανατρέπεται και μαζί της ανατρέπονται και τα είδωλα του καταναλωτισμού και της ασύδοτης ιδιοτέλειας, ενώ ο μέσος Ελληνας ξαναμαθαίνει να αποδίδει ευθύνες και να απαιτεί κυρώσεις.
Σαφέστατα με βαρύτατο τίμημα, αλλά αυτό αποτελεί και την προϋπόθεση για να παύσουμε να είμαστε επιεικείς και «φιλάνθρωποι» απέναντι στους ολετήρες του έθνους, που κατηύθυναν για τριάντα οκτώ χρόνια τις τύχες του.
Η συγνώμη έχει ως προαπαιτούμενο της τη μεταμέλεια. Ποιος από τους κυρίους αυτούς πράγματι μεταμελήθηκε; Ο Τσοχατζόπουλος, ο Παπανδρέου, ο Μητσοτάκης, ο Βουλγαράκης, ο Πάγκαλος, ο Βενιζέλος, ο Σημίτης, οι υμνητές του Σχεδίου Ανάν, οι ιδιοκτήτες των «οφ-σορ» εταιρειών, οι εργολάβοι και υπεργολάβοι των ολυμπιακών έργων, οι άρχοντες του νυχτερινού υποκόσμου, οι ζάπλουτοι θαμώνες των βαρελάδικων και των σκυλάδικων; Όλοι ανεξαιρέτως, θρασύτεροι πιθήκων, πλένουν όπως ο Πόντιος Πιλάτος τα χέρια τους για να απαλλαγούν της ευθύνης, «του αίματος του αθώου τούτου», του ελληνικού λαού, που όλοι αυτοί οδήγησαν στο χείλος της αβύσσου εκμεταλλευόμενοι την άγνοια και την αμάθεια του.
Το ασυγχώρητο όμως πάνω απ' όλα και πριν απ' όλα είναι ότι όλοι αυτοί κατέστρεψαν τα όνειρα και κατέλυσαν την ελπίδα του λαού στη μεταπολίτευση. Ο λαός π.χ. το 1981 ήταν πρόθυμος για κάθε θυσία για να ξανασταθεί η Ελλάδα στα πόδια της. Ακολούθησαν τα χρόνια της μεγάλης απογοήτευσης, η έναρξη του μεγάλου φαγοποτιού και της κλεπτοκρατίας.
Είναι ακριβώς τότε, που ψυχολογικά ο υπερκαταναλωτισμός των λαϊκών στρωμάτων αρχίζει να λειτουργεί ως υποκατάστατο και υπεραναπλήρωση για ένα ακόμα χαμένο όνειρο. Άλλη μια ιδιοτυπία της ελληνικής περίπτωσης· μια φυγή στην ουτοπία του έχειν και κατέχειν, όπως έλεγε ο'Εριχ Φρομ.
Όμως η κοινωνική παθολογία στη μεταπολιτευτική περίοδο εκφράζεται, όσο σε τίποτε άλλο, και σ' αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «κυνήγι της τύχης». Απότοκος και αυτό μιας εικονικής και ψευδαισθητικής αντίληψης της πραγματικότητας, που καλλιεργήθηκε εκ των άνω για να λειτουργεί μαζί με τον υπερ-καταναλωτισμό ως όπιο του λαού, ο τζόγος έγινε εθνικό σπορ των Ελλήνων.
Δεν είναι μόνο τα οκτώ καζίνα -αριθμός που μόνο στο Λας Βέγκας έχει το αντίστοιχο του-, δεν είναι οι καθημερινές λαχειοφόρες κληρώσεις, όπου το Υπουργείο «Πολιτισμού» προΐσταται και κατευθύνει, είναι και τα εκατοντάδες εκατομμύρια που παίζονται ιδιωτικά από τη μια άκρη της Ελλάδας ως την άλλη, κάθε μήνα.
Τραγικό και θλιβερό υποκατάσταστο μιας ζωής που γίνεται κάθε μέρα και πιο ανοηματική, χωρίς την παραμικρή έξαρση και ανάταση. Μιας ζωής για την οποία την ευθύνη έχουν πρωταρχικά και κύρια οι εξαχρειωμένες ηγεσίες της χώρας, που διέσυραν συστηματικά τα ιερά και τα όσια του ελληνικού λαού.
Αλλωστε, στο ίδιο πλαίσιο και για τους ίδιους λόγους, διαμορφώνεται το φαινόμενο της «μελλοντολογίας», με καφετζούδες, χαρτορίχτρες, μέντιουμ και άλλα υποκείμενα, που εμπορεύονται την ελπίδα, τις φοβίες, τις ανασφάλειες και τα αδιέξοδα των ταπεινωμένων και καταφρονεμένων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...