Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Υπηρεσιακή απιστία, καταχραστές Δημοσίου, συνέργεια, ηθική αυτουργία, διαχείριση εσόδων, ΦΠΑ, ne bis in idem.

Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα ΣΤ', 116/ 2014.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Μαρία Βασιλάκη και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Καταχραστές Δημοσίου. Απιστία περί την υπηρεσία με την επιβαρυντική περίπτωση του ν. 1608/1950 κατ΄ εξακολούθηση. Αμεση συνέργεια σε απιστία περί την υπηρεσία με την επιβαρυντική περίπτωση του ν. 1608/1950 κατ΄ εξακολούθηση και κατά συρροή. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης.
Κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα για τους καταχραστές Δημοσίου. Εφαρμογή του ειδικότερου ν.δ. 2576/1973, βάσει του οποίου λαμβάνεται υπ΄ όψιν το σύνολο των πράξεων για το κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα. Έννοια διαχείρισης εσόδων. Διαχειριστικές πράξεις υπαλλήλου που ανάγονται όχι μόνο στο χρόνο εισροής των χρημάτων, αλλά και στο μετά την εισροή χρονικό διάστημα. Διαφοροποίηση της απιστίας περί την υπηρεσία από το έγκλημα της κοινής απιστίας. Γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα το έγκλημα της απιστίας, περί την υπηρεσία και όχι μη γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα. Δεν αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθ. 390 ΠΚ (κοινή απιστία). Ζήτημα θεμελίωσης ή μη του αξιοποίνου. Πραγματικά περιστατικά. Κατάστρωση σχεδίου παράνομης είσπραξης ΦΠΑ από εφοριακούς υπαλλήλους. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Δεδικασμένο. Υπέρβαση εξουσίας. Αρχειοθέτηση μηνύσεως. Δεν παράγεται δεδικασμένο από την αρχειοθέτηση της μήνυσης ή της αναφοράς.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 390 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 του ν. 3242/2004, "όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 του ίδιου Κώδικα, "υπάλληλος, που κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων ή οποιωνδήποτε εσόδων ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος τη δημόσια, δημοτική ή την κοινοτική περιουσία, της οποίας η διαχείρισή του είναι εμπιστευμένη, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν η ελάττωση είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης συνολικά των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή β) το αντικείμενο της πράξης έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 5.000.000 δρχ., που αυξήθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2943/2001 σε 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ.) και αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, με το άρ. 25 του ν. 4055/2012". Η διάταξη του πρώτου των ανωτέρω άρθρων (390 ΠΚ) είναι ενταγμένη στην κατηγορία των εγκλημάτων κατά των περιουσιακών δικαίων, προβλέπει το έγκλημα της κοινής απιστίας, υποκείμενο της οποίας μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο και νομικό αντικείμενό της αποτελεί η αλλότρια περιουσία, της οποίας το πρόσωπο ασκεί την επιμέλεια ή τη διαχείριση, ενώ η διάταξη του δευτέρου των άνω άρθρων (256 ΠΚ) έχει ενταχθεί στην κατηγορία των εγκλημάτων των σχετικών με την υπηρεσία, είναι διάταξη ειδική έναντι εκείνης του άρθρου 390 ΠΚ, προβλέπει το έγκλημα της απιστίας της σχετικής με την υπηρεσία, το οποίο, λόγω της ιδιότητας του υποκειμένου του, ως υπαλλήλου μόνο κατά την έννοια του άρθρου 13 α και 263 Α ΠΚ, ανάγεται σε ιδιαίτερο έγκλημα και σκοπό έχει την προστασία της χρηστής διαχείρισης του δημοσίου χρήματος και γενικά της δημόσιας κ.λπ. περιουσίας (έγκλημα κατά της υπηρεσιακής χρηστότητας). Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης αυτής (256 ΠΚ) προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας περί την υπηρεσία απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς: ελάττωση της δημόσιας κ.λ.π. περιουσίας, η διαχείριση της οποίας είναι εμπιστευμένη στον υπάλληλο, η ελάττωση να λαμβάνει χώρα κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή κατά τη διαχείριση των φόρων, των δασμών, των τελών ή άλλων φορολογημάτων ή των οιωνδήποτε εσόδων και άμεσος δόλος του υπαλλήλου (εν γνώσει, άρθρ. 27 ΠΚ), που συνίσταται στη θέλησή του να ελαττώσει τη δημόσια κ.λπ. περιουσία και τη γνώση του, ότι με την πράξη ή την παράλειψή του επέρχεται η ελάττωση, ως και σκοπός του να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος, ανεξαρτήτως της πραγματοποιήσεώς του. Από την ίδια διάταξη, περαιτέρω, προκύπτει, ότι από τις τρεις αναφερόμενες σ` αυτήν δραστηριότητες του υπαλλήλου προηγείται ο προσδιορισμός, έπεται η είσπραξη και ακολουθεί η διαχείριση των εσόδων, που αφενός εναρμονίζονται μεταξύ τους αλλά και συνδέονται κατά χρονική ακολουθία. Έτσι, είναι προφανές ότι ο "προσδιορισμός" και η "είσπραξη" των εσόδων αναφέρονται στην εισροή αυτών στα δημόσια ταμία, οπότε από το χρόνο της εισροής τους αποτελούν το "δημόσιο χρήμα" και μέρος της δημόσιας υπηρεσίας, στην οποία ενσωματώθηκαν, η δε "διαχείρισή" τους, αναφέρεται λογικά στις διαχειριστικές πράξεις του υπαλλήλου, που λαμβάνουν χώρα μετά την εισροή των εσόδων στα δημόσια ταμεία και την ταυτόχρονη ενσωμάτωσή τους στη δημόσια περιουσία, η οποία (διαχείριση) διαρκεί εφεξής χρονικά μέχρι την εκπλήρωση του συγκεκριμένου κάθε φορά κρατικού σκοπού. Επομένως, η κατά το άρθρο τούτο "διαχείριση των εσόδων" αναφέρεται και καταλαμβάνει αναγκαίως τις διαχειριστικές πράξεις του υπαλλήλου, που έπονται της εισροής, αφού αυτή (εισροή) έχει ήδη επιτευχθεί και σκοπό έχουν (τα έσοδα) την ικανοποίηση των κρατικών αναγκών με διάθεση ή δαπάνη αυτών. Έτσι λοιπόν και, ενόψει του ότι ο σκοπός του Κράτους παραμένει στο διηνεκές ο ίδιος (είσπραξη των εσόδων - διάθεσή τους προς ικανοποίηση των αναγκών του), επιτυγχάνεται δε δια μέσου διαφορετικής κατηγορίας υπαλλήλων, άλλων κατά τον προσδιορισμό και άλλων κατά την είσπραξη, πρέπει να γίνει αναγκαίως δεκτό, ότι με τον όρο "διαχείριση των εσόδων" ο νόμος καταλαμβάνει και τις διαχειριστικές πράξεις των υπαλλήλων εκείνων, που διενεργούνται προς ολοκλήρωση του τελικού σκοπού του Κράτους, ο οποίος είναι, όπως προεκτέθηκε, η ικανοποίηση των αναγκών του, που επιτυγχάνεται με διάθεση ή δαπάνη των εσόδων του. Συνεπώς, ο νόμος στο άρθρο 256 ΠΚ ποινικοποιεί τη συμπεριφορά των υπαλλήλων που προσδιορίζουν τα έσοδα, των υπαλλήλων που εισπράττουν αυτά και των υπαλλήλων που διαχειρίζονται τα ήδη εισπραχθέντα από το Κράτος έσοδα, προς ικανοποίηση των αναγκών του, με νόμιμες διαθέσεις και δαπάνες, όπως εκείνο επιλέγει. Άλλως, στην περίπτωση που η εισροή έχει επιτευχθεί, η διάταξη "διαχείριση των εσόδων" θα ήταν περιττή, πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, εφόσον ο κρατικός σκοπός δεν έχει ακόμη τελειωθεί με την ικανοποίηση των κρατικών αναγκών, η άνω διάταξη του άρθρου 256 ΠΚ λειτουργεί μέχρις την ολοκλήρωση του κρατικού τούτου σκοπού και απαιτεί την ίδια χρηστή διαχείριση και από τους τελευταίους υπαλλήλους που διαχειρίζονται τα ήδη αποκτηθέντα από το Κράτος έσοδα. Εξάλλου, η απαιτούμενη από το νόμο χρηστή συμπεριφορά από όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους, τους επιφορτισμένους με τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση, ασφαλώς είναι η ίδια, αφού και ο σκοπός του Κράτους παραμένει ο ίδιος και, έτσι, την απαίτησή του αυτή τη θωρακίζει με απειλή της ίδιας ποινής για όλους, αφού η παρανομία οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους υπαλλήλους θα καθιστούσε ανέφικτη την επιτέλεση του σκοπού του, προσέτι δε η διαφορετική ποινική μεταχείριση αυτών θα ήταν αντίθετη με την ισονομία των πολιτών, πράγμα το οποίο ο Νομοθέτης ασφαλώς και δεν ηθέλησε. Άρα, ο όρος διαχείριση εμπεριέχει αφ` εαυτού την επιμέλεια, τόσο των εισπράξεων, όσο και των πληρωμών. Η ανωτέρω άποψη ενισχύεται και από το ότι θα αποτελούσε νομικό παράδοξο το άρθρο αυτό (256 ΠΚ) να έχει θεσπιστεί μόνο για τους υπαλλήλους που προσδιορίζουν και εισπράττουν τα έσοδα, όχι όμως και για εκείνους που διαχειρίζονται τα ήδη αποκτηθέντα από το Δημόσιο έσοδα ή να εννοεί, ότι οι τελευταίοι απειλούνται από άλλη διάταξη, αφού, άλλωστε, δε γίνεται τέτοια παραπομπή. Εξάλλου, δεν πρέπει να παραβλεφθεί και το γεγονός, ότι στο άρθρο 1 του ν. 1608/1950 "περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του Δημοσίου" στην αρχική του μορφή είχε περιληφθεί η διάταξη μόνο του άρθρου 256, όχι δε και του άρθρου 390 του ΠΚ. (βλ. ΟλΑΠ 2/2009). Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 αρ. 1 εδ. α` του ν. 1608/1950, όπως ισχύει μετά το νόμο 1737/1987, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αναγραφόμενα εκεί άρθρα του ΠΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το άρθρο 256 του ΠΚ, επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως, μόνον εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κ.λπ. και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών και (μετά το άρθρο 4 παρ. 3 α του ν. 2408/1996) το ποσό των 50.000.000 δρχ. (ήδη 150.000 ευρώ κατ` άρθρο 5 ν. 2943/2001) και, τέλος αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν το αντικείμενο του εγκλήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας καθείρξεως. Εφόσον δε το βασικό έγκλημα της υπηρεσιακής απιστίας υπάγεται, λόγω του ύψους του οφέλους ή της ζημίας, στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, ελάχιστη σημασία έχει η θεμελίωση των επικαλυπτόμενων από το τελευταίο επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 256 εδαφ. γ` ΠΚ. Περαιτέρω, επί εγκλήματος που τελέσθηκε κατ` εξακολούθηση, προ της ενάρξεως της ισχύος του ν. 2721/1999, (την 3η Ιουνίου 1999), για τον υπολογισμό του ποσού των 50.000.000 δρχ. (ήδη150.000 ευρώ), λαμβανόταν υπόψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 "για τους σεισμόπληκτους των νήσων" (που ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 και όχι μόνον επί σεισμόπληκτων και κατά την οποία, "οσάκις στις περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, το έγκλημα επράχθη κατ` εξακολούθηση, με πολλές μερικότερες πράξεις, για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιτεύχθηκε ή επιδιώχθηκε ή της ζημίας που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, καθώς επίσης και τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων", το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε ή επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε και όχι το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη και δεν είχε στην περίπτωση αυτή εφαρμογή, η διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του (και την προσθήκη παρ. 2), με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999, κατά την έννοια της οποίας, επί εγκλήματος κατ` εξακολούθηση λαμβανόταν υπόψη, ενόψει της αυτοτέλειας των μερικότερων πράξεων, το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη, αφού κατίσχυε η ειδικότερη αυτή διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953. Η τελευταία αυτή διάταξη, δεν καταργήθηκε από της ισχύος του ν. 2721/1999 (την 3η Ιουνίου 1999), με τη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του νόμου και την προσθήκη, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, στο άρθρο 98 του Π.Κ. παρ. 2 (κατά την οποία, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ` εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνεται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του, στο αποτέλεσμα αυτό), γιατί η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 είναι ειδική, αφορά τους καταχραστές του δημόσιου τομέα και κατισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ. Σε περίπτωση, επομένως, εγκλήματος κατ` εξακολούθηση με εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, δεν ανακύπτει ζήτημα επιεικέστερου νόμου, αφού στην περίπτωση αυτή ισχύει και μετά την 3η Ιουνίου 1999, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 και όχι εκείνη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ (ΑΠ 1616/2007). 

Εξάλλου, κατά το άρθρο 49 παρ. 1, 2 του ΠΚ, ορίζεται "όπου ο νόμος για να είναι μία πράξη αξιόποινη, απαιτεί ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις, αν αυτές υπάρχουν μόνο στον δράστη, τότε αυτοί που είναι συμμέτοχοι κατά το άρθρο 46 παρ.1 μπορούν να τιμωρηθούν με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Αν όμως υπάρχουν μόνο σ` αυτούς που είναι συμμέτοχοι κατά τα άρθρα 46 παρ.1 και 47, τότε τιμωρούνται ως αυτουργοί και ο δράστης ως συνεργός (παρ.1). Οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν (παρ.2). Όμως, στην περίπτωση συμμετοχής σε έγκλημα, με επιβαρυντικές περιστάσεις, η ποινή επιτείνεται και ως προς τον συμμέτοχο άμεσο συνεργό, μόνο εάν και σ` αυτόν συντρέχουν οι προβλεπόμενες στο έγκλημα επιβαρυντικές περιστάσεις που το καθιστούν κακούργημα, διαφορετικά η πράξη του αμέσου συνεργού τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (ΑΠ 539/2011). Η ηθική αυτουργία ή άμεση συνέργεια ιδιώτη στο, πριν από το 2004, έγκλημα της υπηρεσιακής απιστίας του άρθρου 256 ΠΚ, δηλαδή σε γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, ήτοι ειδικότερη μορφή του άρθρου 390 ΠΚ, που τελείται μόνο από δράστη που φέρει την υπαλληλική ιδιότητα, τιμωρείται σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη της παρ.1 του άρθρου 49 ΠΚ, δηλαδή με την ποινή του άρθρου 256 ΠΚ, δυνητικά και όχι υποχρεωτικά μειωμένη κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 ΠΚ και όχι με την ποινή του άρθρου 390 του ΠΚ, σε βαθμό πλημμελήματος, αφού η υπαλληλική ιδιότητα δε θεμελιώνει το πρώτον το αξιόποινο, αλλά απλώς το επιβαρύνει (ΑΠ 68/1999). Σε περίπτωση συνδρομής και των όρων του ν. 1608/1950, δεν πρόκειται για προσωπικές ιδιότητες ή σχέσεις, αλλά για στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και επομένως και ο ηθικός αυτουργός ή ο άμεσος συνεργός, τιμωρούνται με την αυξημένη ποινή του αυτουργού.

Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με τα διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ` άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε` ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αρ. 476,477/2013 προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το δικάσαν κατ` έφεση Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 
"Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 390 του Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 του ν. 3242/2004, "όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 του ίδιου Κώδικα, "υπάλληλος, που κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων ή οποιωνδήποτε εσόδων ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος τη δημόσια, δημοτική ή την κοινοτική περιουσία, της οποίας η διαχείριση του είναι εμπιστευμένη, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν η ελάττωση είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν. α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης συνολικά των 15.000 ευρώ (5.000 .000 δρχ.) ή β) το αντικείμενο της πράξης έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.)". Η διάταξη του πρώτου των ανωτέρω άρθρων (390 Π.Κ.) είναι ενταγμένη στην κατηγορία των εγκλημάτων κατά των περιουσιακών δικαίων, προβλέπει το έγκλημα της κοινής απιστίας, υποκείμενο της οποίας μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο και νομικό αντικείμενο της αποτελεί η αλλότρια περιουσία, της οποίας το πρόσωπο ασκεί την επιμέλεια ή τη διαχείριση, ενώ η διάταξη του δευτέρου των άνω άρθρων (256 Π.Κ.) έχει ενταχθεί στην κατηγορία των εγκλημάτων των σχετικών με την υπηρεσία, είναι διάταξη ειδική έναντι εκείνης του άρθρου 390 Π.Κ., προβλέπει το έγκλημα της απιστίας της σχετικής με την υπηρεσία, το οποίο, λόγω της ιδιότητας του υποκειμένου του, ως υπαλλήλου μόνο κατά την έννοια του άρθρου 13 α και 263Α Π.Κ., ανάγεται σε ιδιαίτερο έγκλημα (delictum proprium) και σκοπό έχει την προστασία της χρηστής διαχείρισης του δημοσίου χρήματος και γενικά της δημόσιας κλπ περιουσίας (έγκλημα κατά της υπηρεσιακής χρηστότητας). Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης αυτής (256 Π.Κ.) προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας περί την υπηρεσία απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς: ελάττωση της δημόσιας κλπ περιουσίας, η διαχείριση της οποίας είναι εμπιστευμένη στον υπάλληλο, η ελάττωση να λαμβάνει χώρα κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή κατά τη διαχείριση των φόρων, των δασμών, των τελών ή άλλων φορολογημάτων ή των οιωνδήποτε εσόδων και άμεσος δόλος του υπαλλήλου (εν γνώσει άρθρο 27 Π.Κ.), που συνίσταται στη θέλησή του να ελαττώσει τη δημόσια κλπ περιουσία και τη γνώση του, ότι με την πράξη ή την παράλειψή του επέρχεται η ελάττωση, ως και σκοπός του να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος, ανεξαρτήτως της πραγματοποιήσεώς του. Από την ίδια διάταξη, περαιτέρω, προκύπτει, ότι από τις τρεις αναφερόμενες σ` αυτήν δραστηριότητες του υπαλλήλου προηγείται ο προσδιορισμός, έπεται η είσπραξη και ακολουθεί η διαχείριση των εσόδων, που αφενός εναρμονίζονται μεταξύ τους αλλά και συνδέονται κατά χρονική ακολουθία. Έτσι, είναι προφανές ότι ο "προσδιορισμός" και η "είσπραξη" των εσόδων αναφέρονται στην εισροή αυτών στα δημόσια ταμεία, οπότε από το χρόνο της εισροής τους αποτελούν το "δημόσιο χρήμα" και μέρος της δημόσιας υπηρεσίας, στην οποία ενσωματώθηκαν, η δε "διαχείρισή" τους, αναφέρεται λογικά στις διαχειριστικές πράξεις του υπαλλήλου, που λαμβάνουν χώρα μετά την εισροή των εσόδων στα δημόσια ταμεία και την ταυτόχρονη ενσωμάτωσή τους στη δημόσια περιουσία, η οποία (διαχείριση) διαρκεί εφεξής χρονικά μέχρι την εκπλήρωση του συγκεκριμένου κάθε φορά κρατικού σκοπού. Επομένως, η κατά το άρθρο τούτο "διαχείριση των εσόδων αναφέρεται και καταλαμβάνει αναγκαίως τις διαχειριστικές πράξεις του υπαλλήλου, που έπονται της εισροής, αφού αυτή (εισροή) έχει ήδη επιτευχθεί, και σκοπό έχουν (τα έσοδα) την ικανοποίηση των κρατικών αναγκών με διάθεση ή δαπάνη αυτών Έτσι λοιπόν και, ενόψει του ότι ο σκοπός του Κράτους παραμένει στο διηνεκές ο ίδιος (είσπραξη των εσόδων - διάθεσή τους προς ικανοποίηση των αναγκών του), επιτυγχάνεται δε δια μέσου διαφορετικής κατηγορίας υπαλλήλων, άλλων κατά τον προσδιορισμό και άλλων κατά την είσπραξη, πρέπει να γίνει αναγκαίως δεκτό, ότι με τον όρο "διαχείριση των εσόδων" ο νόμος καταλαμβάνει και τις διαχειριστικές πράξεις των υπαλλήλων εκείνων, που διενεργούνται προς ολοκλήρωση του τελικού σκοπού του Κράτους, ο οποίος είναι, όπως προεκτέθηκε, η ικανοποίηση των αναγκών του, που επιτυγχάνεται με διάθεση ή δαπάνη των εσόδων του. Συνεπώς, ο νόμος (256 Π.Κ.) ποινικοποιεί τη συμπεριφορά των υπαλλήλων που προσδιορίζουν τα έσοδα, των υπαλλήλων που εισπράττουν αυτά και των υπαλλήλων που διαχειρίζονται τα ήδη εισπραχθέν τα από το Κράτος έσοδα, προς ικανό ποίηση των αναγκών του, με νόμιμες διαθέσεις και δαπάνες, όπως εκείνο επιλέγει. Άλλως, στη περίπτωση που η εισροή έχει επιτευχθεί, η διάταξη "διαχείριση των εσόδων" θα ήταν περιττή, πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, εφόσον ο κρατικός σκοπός δεν έχει ακόμη τελειωθεί με την ικανοποίηση των κρατικών αναγκών, η άνω διάταξη του άρθρου 256 Π.Κ. λειτουργεί μέχρι την ολοκλήρωση του κρατικού τούτου σκοπού και απαιτεί την ίδια χρηστή διαχείριση και από τους τελευταίους υπαλλήλους που διαχειρίζονται τα ήδη αποκτηθέντα από το Κράτος έσοδα. Εξάλλου, η απαιτούμενη από το νόμο χρηστή συμπεριφορά από όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους, τους επιφορτισμένους με τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση, ασφαλώς είναι η ίδια, αφού και ο σκοπός του Κράτους παραμένει ο ίδιος και έτσι την απαίτησή του αυτή τη θωρακίζει με απειλή της ίδιας ποινής για όλου αφού η παρανομία οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους υπαλλήλους θα καθιστούσε ανέφικτη την επιτέλεση του σκοπού του, προσέτι δε η διαφορετική ποινική μεταχείριση αυτών θα ήταν αντίθετη με την ισονομία των πολιτών, πράγμα το οποίο ο Νομοθέτης ασφαλώς και δε θέλησε. Άλλωστε, ο όρος διαχείριση εμπεριέχει αφ` εαυτού την επιμέλεια, τόσο των εισπράξεων, όσο και των πληρωμών. Η ανωτέρω άποψη ενισχύεται και από το ότι θα αποτελούσε νομικό παράδοξο το άρθρο αυτό (256 Π.Κ.) να έχει θεσπιστεί μόνο για τους υπαλλήλους που προσδιορίζουν και εις πράττουν τα έσοδα, όχι όμως και για εκείνους που διαχειρίζονται τα ήδη αποκτηθέντα από το Δημόσιο έσοδα ή να εννοεί, ότι οι τελευταίοι απειλούνται από άλλη διάταξη, αφού άλλωστε, δεν γίνεται τέτοια παραπομπή. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την ιστορική ερμηνεία του άρθρου τούτου (256 Π.Κ.), η ο ποία αναφέρεται στη γέννηση του, κατά τον ακόλουθο συλλογισμό: Ο προϊσχύσας του Π. Κ. Ποινικός Νόμος της 19-4-1834 είχε θεσμοθετήσει μόνο το έγκλημα της απιστίας περί την υπηρεσία. με το άρθρο 482, στο οποίο όριζε ότι "πας δημόσιος υπάλληλος, όστις κατά τον προσδιορισμόν, την είσπραξιν και διαχείρισιν των φόρων, δασμών ή άλλων προσόδων ελαττώνει την δημοσίαν περιουσίαν, της οποίας είναι διαπεπιστευμένος την διαχείρισιν, εάν ενήργησεν προς βοήθειαν άλλου ή επί ιδία αυτού ωφελεία τιμωρείται...", ενώ δεν περιελάμβανε διάταξη περί της κοινής απιστίας. Το άρθρο αυτό, το οποίο είναι εννοιολογικά το ίδιο με το άρθρο 256 Π.Κ., ίσχυσε και λειτούργησε μόνο του επί δεκαετίες και συγκεκριμένα μέχρι το έτος 1911 και τιμωρούσε όλα τα εγκλήματα των υπαλλήλων, που είχαν σχέση με την υπηρεσία τους στην έκτασή του. Εξ αυτού συνάγεται, ότι από τη λειτουργία του άρθρου εκείνου καλυπτόταν η ποινική αξίωση της τότε έννομης τάξης της Ελληνικής Πολιτείας έναντι των υπαλλήλων που παρανομούσαν (στην έκτασή του),ενώ παράλληλα δεν ίσχυε άλλη επικουρική διάταξη περί της κοινής απιστίας. Από αυτό παρέπεται, ότι ο Νομοθέτη του άρθρου 482 του Ποινικού Νόμου, αφού μέχρι το 1911 δεν ίσχυε διάταξη περί της κοινής απιστίας και δεν είχε ορίσει κάτι διαφορετικό, συνειδητά ήθελε και τιμωρούσε τα εγκλήματα των υπαλλήλων μόνο με το άρθρο αυτό. Έτσι αναδεικνύεται, ότι καθόλο το χρονικό διάστημα από το 1834 μέχρι το 1911 η θέληση του Νομοθέτη του άρθρου 482 ήτα να τιμωρούνται οι παράνομοι υπάλληλοι και για τη διαχείριση των εσόδων, η οποία διεξαγόταν μετά την είσπραξη τους και περιελάμβανε διάθεση ή δαπάνη αυτών, αφού διαφορετικά θα έμεναν ατιμώρητοι σε ανάλογες περιπτώσεις, διότι έγκλημα κοινής απιστία δεν είχε θεσμοθετηθεί. Από αυτό, περαιτέρω, προκύπτει, ότι αυτός ήταν ο σκοπός του Νομοθέτη και κατά τη θέσπιση του άρθρου εκείνου (482), που εισήχθη από τον Maurer κατά το υπόδειγμα του Βαυαρικού Κώδικα του 1813. Το 1911 λόγω του ότι τα εγκλήματα της κοινής απιστίας παρέμεναν ατιμώρητα, προστέθηκε στο Ποινικό Νόμο το άρθρο 402α, που τιμωρούσε αυτήν, ενώ παράλληλα ίσχυε και το άρθρο 482 και αμφότερα ίσχυσαν μέχρι το 1950 οπότε καταργήθηκαν και μεταλαμπαδεύτηκαν στα άρθρα 256 και 390 Π. Κ. αντίστοιχα. Εξάλλου, δεν πρέπει να παραβλεφτεί και το γεγονός, ότι στο άρθρο 1 του ν. 1608/1950 "περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του Δημοσίου" στην αρχική του μορφή είχε περιληφθεί η διάταξη μόνο του άρθρου 256 όχι δε και του άρθρου 390 του Π.Κ [Ολ.ΑΠ 2/2009]. Στη συνέχεια των όσων προαναφέρθηκαν, ως διαπιστευμένοι θεωρούνται επίσης οι υπάλληλοι που οπωσδήποτε εποπτεύουν την είσπραξη των εσόδων, καθώς και εκείνοι - του νόμου μη διακρίνοντας - στους οποίους η ανάθεση της διαχειρίσεως των εισπραχθέντων δε γίνεται απ` ευθείας από τον νόμο αλλά με κανονιστική ή διοικητική πράξη, όπως με διαταγή του προϊσταμένου τους, εκδοθείσα στα πλαίσια του νόμου και σύμφωνα με τους υπηρεσιακούς κανόνες (ΑΠ 1395/1982 Ποιν Χρ ΛΓ, 523, ΣυμβΕφΘεσ 779/2007 Πραξ&ΛογΠΔ 2007,565, Καρανίκας, "Ειδ.Μέρος",τ. Β`, 1954, 445, Στάικος, "Επίτ. Ερμπν. Ελλην. ΠΚ", τ. Β71955, 838, Γάφος, "Ειδ. Μέρος",τ. Γ`, 1961/79 σημ.17, Τούσης/Γεωργίου, "Ποιν .Κώδικας", 1967, τ. Α`, σελ. 682, αρ.1, Δέδες, "Εγκλήματα περί την υπηρεσία", 1983, σελ. 130 Παπαδογιάννης, "Ερμ. ΠΚ", 1984, 826, Κονταξής, "Ερμ. Π Κ", τ. Β`, 2000, 2244]. Ειδικότερα, ο όρος διαχείριση χρησιμοποιείται δύο φορές στο άρθρο 256 ΠΚ, που απαιτεί να είναι εμπιστευμένη στον υπάλληλο η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, την οποία αυτός ελαττώνει κατά την διαχείριση των εσόδων. Η πρώτη περίπτωση αφορά τον υπάλληλο που διαχειρίζεται βάσει νόμου ή κανονιστικής ή διοικητικής πράξεως τη δημόσια περιουσία με οποιονδήποτε τρόπο, είτε ως γενικός διευθυντής ή οικονομικός έφορος ή ως απλός εκτιμητής, ταμίας ή απλός εισπράκτορας, έτσι ώστε η έννοια της διαχειρίσεως ταυτίζεται με αυτήν της αρμοδιότητας, ενώ στην δεύτερη περί πτώση νοείται διαχείριση υπό στενή έννοια, κατά την οποία ο υπάλληλος ελαττώνει την δημόσια περιουσία στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών και διακρίσεων που αναπτύσσει, των ουσιαστικών αποφάσεων που λαμβάνει στο πλαίσιο της υπηρεσίας. Με την έννοια αυτή, η διαχείριση αφορά τον υπάλληλο που δεν προσδιορίζει ή εισπράττει απλώς τα δημόσια έσοδα αλλά στο πλαίσιο των διακριτικών του εξουσιών και αρμοδιοτήτων εγκρίνει το προσδιορισμό των εσόδων, στον οποίο άλλοι - συνήθως υφιστάμενοι του - προέβησαν ή καθορίζει την διαχείριση των εσόδων, που άλλοι - συνήθως υφιστάμενοί του - εισέπραξαν ή επίκειται να εισπράξουν (Μπιτζιλέκης, "Υπηρεσιακά Εγκλήματα", 2001/574). Έτσι, ο νομοθέτης, με τους επιπλέον όρους "προσδιορισμός και είσπραξη", κάλυψε και εκείνες τις περιπτώσεις που οι ενέργειες αυτές δεν αποτελούν-όπως κάλλιστα δύνανται-άσκηση και έκφραση διαχειριστικών κατά τα ανωτέρω καθηκόντων, αλλά προέρχονται από υπαλλήλους που δεν ασκούν διευθυντική- αποφασιστική εξουσία, πλην όμως η αμεσότητα τους με την διακίνηση των δημοσίων εσόδων δημιουργεί κινδύνους ελαττώσεώς τους, όπως στη περίπτωση του απλού, τελωνειακού ελεγκτή (βλ. ΑΠ 1524/1994 ΠοινΧρ ΜΔ`,1263) ή του εισπράκτορα του ΤΕΒΕ (βλ.ΑΠ 110/1998 ΠοινΧρ ΜΗ`,760). Συνεπώς, με καθήκον επιμέλειας βαρύνονται όλοι όσοι χειρίζονται ή διαχειρίζονται δημόσια έσοδα, τα οποία βεβαίως μπορεί να ελαττώσει και ο υπάλληλος που ως ελεγκτής ελέγχει και εκτιμά κάτι, βάσει του οποίου ελέγχου ο προϊστάμενος εκδίδει την τελική πράξη προσδιορισμού του φόρου κ.λπ. (Μπιτζιλέκης, ό.π., 571 επ.).
II. Σύμφωνα με το άρ. 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950, όπως ισχύει, "Στον ένοχο των Αδικημάτων που προβλέπονται στα αρθρ. 216, 218, 235, 236, 237, 242, 258, 372, 375 και 386 Π.Κ., εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου, ή των Ν.Π.Δ.Δ. ή κατά άλλου νομικού Προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο αρθρ. 263Α Π.Κ. και το όφελος που πέτυχε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπέρ βαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης ... Στον ένοχο του αδικήματος που προβλέπεται ειδικώς από το αρθρ. 256 Π.Κ., τα παραπάνω εφαρμόζονται μόνο όταν το αδίκημα στρέφεται κατά του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ.". Είναι σαφές ότι η εν λόγω διάταξη δογματικά απλώς εισάγει επιβαρυντικές περιστάσεις, αφού δεν τυποποιεί εξ υπαρχής νέα αδικήματα, αλλά επαυξάνει το υφιστάμενο κατά τον Ποιν. Κωδ. αξιόποινο συγκεκριμένων εγκλημάτων με τη συνδρομή ορισμένου ύψους ζημίας (υπερβαινούσης τώρα, κατά το άρθρο 5 παρ.7 Ν. 2943/ 2001 τα 150. 000 ευρώ) σε βάρος του Δημοσίου κ.λπ. θεσπίζεται δηλ. μία ακόμη σειρά αυτοτελών και ιδιαίτερα διακεκριμένων μορφών των ήδη τυποποιημένων στον Π. Κ βασικών εγκλημάτων, προϋποθέτοντας την πλήρωση όλων των νομοτυπικών στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως αυτών (ΑΠ 1881/2002 ΠοινΔικ 2002,350, ΑΠ 1795/2001 ΠοινΧρ ΝΒ`, 639, Λ. Μαργαρίτης, "Ο ν.1608/1950 ...", 2000,16, Σ. Σπανού, ΠοινΧρ ΝΖ`, 756, ιδίως 758, Μυλωνόπουλος, "Τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας", 2006, 558 και 563, Παπαδαμάκης, "Τα περιουσιακά εγκλήματα", 2000, 178). Έτσι, εφόσον το βασικό έγκλημα της υπηρεσιακής απιστίας υπάγεται, λόγω του ύψους του οφέλους ή της ζημίας, στη διάταξη του άρ.1 παρ.1 Ν. 1608/1950, ελάχιστη σημασία έχει η θεμελίωση των επικαλυπτομένων από το τελευταίο επιβαρυντικών κακουργηματικών περιστάσεων του άρθρου 256 εδ. γ` Π Κ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρ. 16 παρ. 2 Ν. 2576/1953 [που σημειωτέον αποτέλεσε πρότυπο για την θέσπιση της παρ.2 του άρ.98 ΠΚ, δυνάμει του άρ. 14 παρ.1 (1.1) Ν. 2721/1999], "Οσάκις εις τας περί πτώσεις του άρθρου 1 παρ.1 ν. 1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ` εξακολούθησιν διά πολλών μερικωτέρων πράξεων, διά τον κατά το αυτό άρθρον προσδιορισμόν του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, καθώς επίσης διά τον προσδιορισμόν του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψιν το όλον περιεχόμενον των μερικωτέρων πράξεων". Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι οι διατυπώσεις των άρ. 16 παρ. 2 Ν. 2576/1953 και 98 παρ.2 ΠΚ δεν ταυτίζονται, ενώ το πρώτο, ως ειδικότερο του τελευταίου, σαφώς δεν έχει καταργηθεί (ΑΠ 1616/2007 ΠοινΔικ 2008, 499, ΑΠ 945/2006 ΠοινΧρ ΝΖ`, 607, ΑΠ 466/2002 ΠοινΧρ ΝΓ`, 15],ενόψει δε της καταργήσεως της αυτοτέλειας των μερικότερων πράξεων με το άρθρο 16 παρ. 2 Ν. 2756/1953, η κάθε μια από αυτές δεν παραγράφεται αυτοτελώς, αλλά κάθε μία ανάγεται σε κακούργημα και εξαλείφεται λόγω παραγραφής μόνο με την πάροδο του χρόνου για το ενιαίο κατ` εξακολούθηση έγκλημα [ΑΠ 466/2002 Ποιν Χρ ΝΓ, 15, ΑΠ 1568/1983 ΠοινΧρ ΛΔ`, 516 με σύμφωνη πρόταση Κ. Σταμάτη, ΕφΑΘ 1909/2001 με πρότ. Α. Κονταξή (αδημοσ.), Κ. Σταμάτη, "Συστημ. Ερμην. ΠΚ", ό.π., 164, 165, 167]. Τέλος στο προβλέπον την συναυτουργία άρθρο 45 ΠΚ με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικώς κοινό δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται είτε στο ότι ο καθένας πραγματώνει ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είτε ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (ΑΠ 737/2007 ΠοινΧρ ΝΗ`, 226, ΑΠ 1541/2006 ΠοινΧρ ΝΖ`, 717, ΑΠ 103/2006 ΠοινΧρ ΝΣΧ, 883, ΑΠ 1417/1989 ΠοινΧρ Μ`, 695, ΑΠ 1699/1985 ΠοινΧρ ΛΣΤ, 335).
III. Όσον αφορά την ηθική αυτουργία ή την άμεση συνεργεία ιδιώτη-στο έγκλημα της υπηρεσιακής απιστίας [που τελείται μόνον από δημόσιο υπάλληλο] θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή τιμωρείται με την εφαρμογή του άρθρου 49 παρ. 1α, ήτοι με την ποινή του άρθρου 256 ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ν. 1608/1950,δυνητικά μειωμένη κατά το άρθρο 83 και τούτο διότι το έγκλημα της υπηρεσιακής απιστίας αποτελεί κατά τα προ διαληφθέντα γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα. Για να εφαρμοσθεί η παρ. 2 του άρθρου 49 ΠΚ και συνεπώς να τιμωρηθεί ο ιδιώτης ηθικός αυτουργός με την ποινή του άρθρου 390 ΠΚ [σε βαθμό πλημμελήματος πριν από το 2004] θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η άποψη ότι το έγκλημα της υπηρεσιακής απιστίας αποτελεί μη γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, ήτοι ειδικότερη μορφή του άρθρου 390 ΠΚ, αφού η υπαλληλική ιδιότητα δεν θεμελιώνει το πρώτον το αξιόποινο αλλά απλώς το επιβαρύνει. Η άποψη όμως αυτή δεν είναι αποδεκτή από το δικαστήριο κατά τα προδιαληφθέντα [βλ. χωρίς ειδική αιτιολογία ΑΠ 68/1999 ΠοινΧρ Μθ`, 311, ΑΠ 523/1984 ΠοινΧρ ΛΔ`, 933, ΑΠ 190/1951 ΠοινΧρ Λ`, 349, Μπουρόπουλος "Ερμ. ΠΚ", τ.Β`, 1960, 377, Τούσης-Γεωργίου,"Ποιν. Κωδ.", τ. Β`, 19 67,684].
ΙV. Οπως προκύπτει ιδίως από τα άρ.1,2,3,5 επ.18 επ., 23 επ., 27 και 31 του ισχύοντος κατά τον χρόνο τελέσεως της υπό κρίση υπηρεσιακής απιστίας νόμου περί φόρου προστιθέμενης αξίας (Ν. 1642/1986), ο ΦΠΑ είναι ένας γενικός έμμεσος φόρος καταναλώσεως, που επιβάλλεται με τον μηχανισμό της χρεωπιστώσεως σε βάρος των επιχειρήσεων στο εσωτερικό της χώρας και επιρρίπτεται στον τελικό καταναλωτή. Καταβάλλεται τμηματικά σε όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας (βιομηχανία, βιοτεχνία κ.λ.π.), της εμπορίας των αγαθών (χονδρικό και λιανικό εμπόριο) και στο τομέα παροχής υπηρεσιών, καθώς επίσης στην ενδοκοινοτική απόκτηση και στην εισαγωγή αγαθών. Υπολογίζεται ουσιαστικά μόνο στην αξία των αγαθών και των υπηρεσιών, η οποία προστίθεται σε κάθε στάδιο συναλλαγής από κάθε επιχείρηση, δηλ. στη διαφορά μεταξύ αξίας παραδόσεως αγαθών και παροχής υπηρεσιών και αξίας κτήσεως τους, κατά συνέπεια δε στην θετική διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και πωλήσεως σε κάθε στάδιο συναλλαγής ("Κώδικας ΦΠΑ", έκδ. Ομοσπονδ. Εφοριακών ΠΟΕ-ΔΟΥ, Μάιος 2001, τ. 1ος, σελ. 217, 545). Ειδικότερα, από τον φόρο που αναλογεί στα φορολογούμενα έσοδα της επιχείρησης (εκροές) αφαιρείται ο φόρος που πληρώθηκε για την αγορά αγαθών και λήψη υπηρεσιών (εισροές) και το υπόλοιπο καταβάλλεται στο δημόσιο με προσωρινές δηλώσεις ("Κωδ. ΦΠΑ",ό.π.,552),και μάλιστα περιοδικώς για κάθε μήνα. Κατ` ακρίβεια, όσοι επιτηδευματίες τηρούν λογιστικά βιβλία Β` κατηγορίας υποβάλλουν στην οικεία ΔΟΥ την προσωρινή δήλωση μέχρι την 20" ημέρα του επόμενου μηνός και όσοι τηρούν βιβλία Γ` κατηγορίας μέχρι την 25" ημέρα του επομένου μηνός. Εξάλλου, κάθε υπόχρεη στον φόρο επιχείρηση πρέπει άπαξ ετησίως να υποβάλλει-εντός 2 μηνών από την λήξη της διαχειριστικής της περιόδου-εκκαθαριστική δήλωση, η οποία αποτελεί ανακεφαλαιωτική δήλωση και περιλαμβάνει τα ποσά των περιοδικών εκκαθαρίσεων και των αντιστοίχων προσωρινών δηλώσεων που υποβλήθηκαν κατά την αμέσως προηγούμενη διαχειριστική περίοδο ("Κώδ. ΦΠΑ", ό.π., 343, 344). Επειδή ακριβώς σκοπός της ανωτέρω φορολογίας είναι να επιβαρύνει τη τελική κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών που πραγματοποιείται στην Ελλάδα, είναι σαφές ότι αγαθά και υπηρεσίες που προορίζονται για κατανάλωση εκτός Ελλάδος (εξαγωγές σε Ε.Ε. και προς τρίτες χώρες) δεν φορολογούνται στην χώρα μας. Ετσι, ο ΦΠΑ που κατέβαλε η εξαγωγική επιχείρηση (κατά την αγορά λ.χ. των πρώτων υλών που μεταποίησε και εξήγαγε) στο προμηθευτή της, ο οποίος ακολούθως τον απέδωσε στο Δημόσιο, επιστρέφεται από τον τελευταίο στη πρώτη ("Κώδ. ΦΠΑ", ό.π. 546, 552), που προδήλως εκδίδει τιμολόγιο εξαγωγής χωρίς ΦΠΑ προς τον αγοραστή του εξωτερικού (βλ. Εγκ.Υπ.Οικον. 1126849/14 31/ΔΕ-Α/ΠΟΛ. 1281/6.11.1998). Εξ άλλου η διαδικασία επιστροφής του φόρου που προβλέφθηκε από την απόφαση του Υπ. Οικον. 1031790/2051/575/ΠΟΛ. 1078/2.4.1991 (σ.σ. εφεξής ΠΟΛ. 1078/1991) επιβάλλεται να γίνεται ως εξής: α) Σύμφωνα με το άρ. 3 αυτής, εφόσον ο υποκείμενος σε ΦΠΑ (εξαγωγέας) υποβάλει για πρώτη φορά αίτηση επιστροφής ΦΠΑ συγκεκριμένης φορολογικής (ουχί διαχειριστικής) περιόδου, τότε ο ΦΠΑ επιστρέφεται - κατά ποσοστό 90% του αιτουμένου ποσού - από τον προϊστάμενο της οικείας ΔΟΥ, ύστερα από προσωρινό έλεγχο και πάντως εντός "απολύτως δεσμευτικής" προθεσμίας ενός μηνός. β) Τα συνυποβαλλόμενα με την αίτηση δικαιολογητικά προβλέπονται στο άρθρο 4 της ανωτέρω Υπ. Αποφάσεως, και ακόμα πιο συγκεκριμένα στις υπ` αρ.1126849/1431/ΔΕ- Α/ΠΟΛ.1281/6.11.1998 (σ.σ. εφεξής ΠΟΛ. 1281/1998) και 1100874/4917/719/Α0014/ΠΟΛ.1201/29.10.1999 (σ.σ. εφεξής ΠΟΛ. 1201/1999) εγκυκλίους του Υπ. Οικονομικών, και αναφέρονται ειδικότερα κατωτέρω, σημειουμένου όμως ότι, εάν διαπιστωθεί πως αυτά είναι ελλιπή, η αίτηση επιστροφής ΦΠΑ δεν απορρίπτεται πάραυτα, αλλά πρέπει να ενημερωθεί ο φορολογούμενος για την προσκόμιση των ορθών δικαιολογητικών και να προσδιορισθεί εκ νέου η ημερομηνία επιστροφής του ΦΠΑ με σφραγίδα στην αρχική αίτηση (παρ.2 της υπ` αρ. Εγκ. Υπ. Οικον. 1045781/2138/607/0014/ΠΟΛ.1112/7.4.1995). γ) Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρ. 6 και 8 της προαναφερθείσης απόφ. Υπ. Οικ. ΠΟΛ, 1078/1991 ,ο προϊστάμενος της οικείας ΔΟΥ, βάσει του θετικού πορίσματος του προσωρινού ελέγχου και των συνημμένων στην αίτηση επιστροφής δικαιολογητικών, μέσω του αρμοδίου Τμήματος ΦΠΑ της ΔΟΥ, εκδίδει απόφαση επιστροφής του φόρου και Ατομικό Φύλλο Εκπτώσεως (Α.Φ.Ε.Κ.). Το τελευταίο συντάσσει, βάσει της αποφάσεως επιστροφής, ο αρμόδιος υπάλληλος της ΔΟΥ και συνυπογράφουν αυτός, ο Τμηματάρχης ΦΠΑ και ο προϊστάμενος της ΔΟΥ, καθώς επίσης ο αρμόδιος υπάλληλος εκκαθαριστής, ο Τμηματάρχης Εσόδων και πάλι (δεύτερη φορά) ο προϊστάμενος της ΔΟΥ. Ειδικότερα, ο προσωρινός έλεγχος διενεργείται στην έδρα της επιχειρήσεως (και εάν είναι ανέφικτος εκεί σε άλλον χώρο υποδεικνυόμενο από τον ελεγχόμενο), βάσει των βιβλίων, παραστατικών και στοιχείων του αιτούντα την επιστροφή (βλ. άρ. 36 Π.Δ. 186/1992 και παρ. 2, 7 Εγκ. Υπ.Οικον. 1097395/10114/ΠΟΛ. 1197/28.9.1999) από διμελές συνεργείο που ορίζει ο προϊστάμενος της οικείας ΔΟΥ, αποτελούμενο από έναν ελεγκτή, γνώστη της φορολογίας εισοδήματος, και έναν φοροτεχνικό, επιμορφωμένο ειδικά στον ΦΠΑ, εφόσον δε ελλείπει τέτοιος από υπάλληλο του Τμήματος ΦΠΑ (άρ.1 απόφ.Υπ. Οικον. 1085952/6797/0014/ΠΟΛ. 1227/23.6.1993). Το συνεργείο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 2 της ίδιας αποφάσεως, ελέγχει την εφαρμογή των διατάξεων του Ν.1642/1986και ιδίως την ανελλιπή, σωστή και εμπρόθεσμη υποβολή των προσωρινών και εκκαθαριστικών δηλώσεων ΦΠΑ, την εξακρίβωση των αιτιών που προκάλεσαν τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο σε μια φορολογική ή διαχειριστική περίοδο και για την ορθότητα ή μη αυτού, την ύπαρξη νομίμων παραστατικών στοιχείων για τις υποκείμενες σε ΦΠΑ Δαπάνες της επιχειρήσεως, την ύπαρξη πλαστών ή εικονικών τιμολογίων και τις απαλλαγές από τον ΦΠΑ. Εν τέλει, εάν το αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί ελλείψει συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, τότε ο αιτών πρέπει να ενημερωθεί, είτε με την κοινοποίηση της εκθέσεως του προσωρινού ελέγχου (επί της πρώτης αιτήσεως επιστροφής ΦΠΑ), είτε με έγγραφο (επί των επομένων αιτήσεων που δεν διενεργήθηκε προσωρινός κ.λ.π. έλεγχος), το οποίο περιέχει αναλυτικά τους λόγους απορρίψεως του αιτήματος (βλ.παρ.3 της Εγκ. Υπ.Oικον.1045781/2138/607/0014/ ΠΟΛ. 1112/7.4.95 - σ.σ. εφεξής ΠΟΛ. 1112/95). Από τα προεκτεθέντα, είναι σαφές ότι για την επιστροφή του ΦΠΑ βάσει των επομένων -μετά την πρώτη-αιτήσεων, δεν απαιτείται οπωσδήποτε προηγούμενος προσωρινός έλεγχος (στην ίδια επιχείρηση), πλην όμως ο προϊστάμενος της ΔΟΥ, σύμφωνα με το άρθρο 9 της ανωτέρω απόφ. Υπ. Οικον. ΠΟΛ. 1078/91 .υποχρεούται να διενεργεί κατά διαστήματα (έκτακτο) έλεγχο στους επιτηδευματίες που έτυχαν επιστροφής ΦΠΑ, χωρίς ο έλεγχος αυτός να επηρεάζει το δικαίωμα του ελεγχόμενου για επιστροφή εντός μηνός από την υποβολή της αιτήσεως του, "εκτός εάν από αποδεδειγμένα στοιχεία" προκύψει η αβασιμότητα του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή, ο ΦΠΑ επιστρέφεται μόνο μετά από διενεργούμενο εντός 6μήνου από την υποβολή της αιτήσεως έλεγχο, ο οποίος, εάν δεν πραγματοποιηθεί (ή δεν ολοκληρωθεί) εμπροθέσμως, τότε ο προϊστάμενος της ΔΟΥ υποχρεούται να επιστρέψει το αιτούμενο ποσό. Μάλιστα, στην παρ. 6 της εγκυκλίου του Υπ. Οικον. ΠΟΛ. 1089/91 επισημαίνεται ότι η εμπρόθεσμη ικανοποίηση του αιτήματος επιστροφής ΦΠΑ "σε καμία περίπτωση δεν θα θεωρηθεί ανασταλτικός παράγοντας για τη διενέργεια με σα σε τακτικά διαστήματα τακτικού ή έκτακτου ελέγχου, με κατά την κρίση τους ελεγκτικές διασταυρώσεις", προς διασφάλιση της αποφυγής καταστρατηγήσεων των διατάξεων περί ΦΠΑ. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 της απόφασης Υπ. Οικονομικών 10 07061/382/0014/ΠΟΛ. 1026/26.1.1995 (σ.σ. εφεξής ΠΟΛ. 1026/1995), όταν ο προϊστάμενος της ΔΟΥ "διαπιστώνει από στοιχεία ή βάσιμες, κατά την κρίση του, πληροφορίες (από άλλες ΔΟΥ κ.λπ. που περιέχονται σε γνώση του), ότι το ασκούμενο δικαίωμα επιστροφής του φόρου βασίζεται σε πλαστά, εικονικά ή νοθευμένα στοιχεία, από τα οποία τεκμαίρεται εικονικότητα των συναλλαγών του δικαιούχου .. ή κάθε άλλη παράβαση, η οποία συνιστά ανακρίβεια των τηρουμένων βιβλίων και στοιχείων του δικαιούχου ... η επιστροφή του φόρου ... αναστέλλεται μέχρις ότου περαιωθεί ο τακτικός έλεγχος, τον οποίο σε κάθε περίπτωση ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ υποχρεούται να διενεργήσει άμεσα, μετά το πέρας του οποίου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου. 3 Ν. 2120/93 (όπως ισχύει) "για την έντοκη επιστροφή των φόρων ...". Εν τέλει, το υπόλοιπο 10% του ΦΠΑ επιστρέφεται από την οικεία ΔΟΥ με την υποβολή της εκ καθαριστικής δηλώσεως (βλ. άρ. 3 παρ. 1α της απόφ. Υπ. Οικον. ΠΟΛ. 1078/1991), ύστερα όμως από προηγούμενο έλεγχο, κατά πάγια, ακολουθητέα από τους προϊσταμένους των ΔΟΥ, τακτική.
IV. Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά της δίκης αυτής αλλά και της πρωτοβάθμιας που επίσης αναγνώσθηκαν αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη που τους από δίδεται (απιστία στην Υπηρεσία κατ` εξακολούθηση εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με την άμεση συνεργεία των λοιπών κατ` ορθότερο χαρακτηρισμό του βαθμού συμμετοχής τους]. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα εξής περιστατικά. Ο πρώτος κατηγορούμενος Ε. Β., στη Θεσσαλονίκη και στους χρόνους που μνημονεύονται στη συνέχεια, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, αποβλέποντας με τις μερικότερες πράξεις του στο συνολικό όφελος που προέκυπτε από αυτές, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α του ΠΚ, κατά το προσδιορισμό και τη διαχείριση φόρων, ελάττωσε εν γνώσει του, για να ωφεληθεί άλλος, τη περιουσία του δημοσίου, της οποίας (περιουσίας) η διαχείρισή του ήταν εμπιστευμένη, κατά την τέλεση δε της πράξης του αυτής μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, ενώ το αντικείμενο της πράξης του, που στρεφόταν σε βάρος του Δημοσίου, είχε συνολική αξία μεγαλύτερη των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ήταν Προϊστάμενος της Α` ΔΟΥ Θεσσαλονίκης στο χρονικό διάστημα (Ιανουάριος 1994 έως τις αρχές Σεπτεμβρίου 1999, οπότε και τοποθετήθηκε ως διευθυντής της Θ` Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης. Στην αρμοδιότητά του ανήκε η εποπτεία εννέα (9) τμημάτων με εννιά προϊσταμένους τμημάτων αντίστοιχα και συγκεκριμένα το τμήμα κεφαλαίου (μεταβιβάσεις, γονικές παροχές, δωρεές, κληρονομιές) το τμήμα του εισοδήματος, το Φ.Π.Α., τα Έσοδα, Έξοδα, Ταμείο, το Τμήμα Ελέγχου, το Δικαστικό Τμήμα, το Μητρώο και ο Κώδικας. Σύμφωνα με το Π.Δ.16/8,9 ακ με ρ. Β άρθρα 3, 4 και απείχε την ενιαία διεύθυνση όλης της Υπηρεσίας, καθοδηγούσε και παρείχε στο προσωπικό της Δ.Ο.Υ. τις αναγκαίες οδηγίες για την ακριβή εκτέλεση των καθηκόντων τους, φρόντιζε για την ταχεία περαίωση των φορολογικών υποθέσεων, θεωρούσε τις εκθέσεις φορολογικού ελέγχου ή επανελέγχου, προέβαινε στην διοικητική επίλυση των κάθε είδους φορολογικών διαφορών που ανέκυπταν από φύλλα ελέγχου, επόπτευε στο έργο της βεβαίωσης και είσπραξης εσόδων μεριμνώντας και διατάσσοντας τη λήψη όλων των μέτρων που επιτρέπονται για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων και παρακολουθώντας με επιμέλεια τα αρμόδια όργανα για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Αυτός ενώ όφειλε να εποπτεύει το τμήμα ΦΠΑ, όπως περιγράφεται στη συνέχεια, χρησιμοποίησε τη θέση του και τις αρμοδιότητες που αυτή του παρείχε, για να επιτύχει την επιστροφή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, συνολικού ποσού των 261.211.675 δραχμών ή 766.578,64 ευρώ σε φορολογούμενο που δεν είχε δικαίωμα στην επιστροφή αυτή, ωφελώντας αυτόν κατά το ως άνω ποσό και βλάπτοντας αντίστοιχα το Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικότερα ο Σ. Γ. του Α., μετά από συνεννόηση με τους Χ. Κ. και Π. Κ., και με τη προτροπή αυτών να ασκήσει κατά τα φαινόμενα κυρίως και όχι στην πραγματικότητα εμπορική δραστηριότητα, μέσω επιχείρησης, προκειμένου στη συνέχεια, με την υποβολή περιοδικών και εκκαθαριστικών δηλώσεων Φ.Π.Α., στις οποίες θα εμφανίζονταν ανύπαρκτες συναλλαγές, να λάβει παράνομη επιστροφή Φ.Π.Α., προέβη στις 10. 2.1994, με το με αριθ. .../10.2.1994 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ... , στη σύσταση της μονοπρόσωπης Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", με αντικείμενο εργασιών την "επεξεργασία, κατασκευή και εμπορία ετοίμων ενδυμάτων και λοιπών συναφών ειδών", της οποίας ήταν μοναδικός εταίρος, διαχειριστής και εκπρόσωπος και η οποία είχε την έδρα της αρχικά επί της οδού ..., στη ..., και στη συνέχεια, από τις 6.5.1994, επί της οδού ..., στο ..., αρμοδιότητας Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, και η οποία εικονικά και μόνο, με το με αριθ. .../15.12.1995 τροποποιητικό συμβόλαιο του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου, μετέφερε την έδρα της επί της οδού ..., στη ..., αρμοδιότητας και πάλι Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης. Η προαναφερθείσα επιχείρηση προέβη στις 7.3.1994 σε δήλωση έναρξης επιτηδεύματος στη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης, στη συνέχεια, μετά τη μεταβολή της έδρας της σε περιοχή αρμοδιότητας Δ.Ο.Υ. Α` Θεσσαλονίκης (...), και παρά το γεγονός ότι ανέπτυξε μικρή μόνο εμπορική δραστηριότητα, υπέβαλε σε τακτά χρονικά διαστήματα ψευδείς - εικονικές περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α., στις οποίες περιλάμβανε, μεταξύ των πραγματικών ενδοκοινοτικών παραδόσεων της προς τη Γερμανική επιχείρηση με την επωνυμία ..... , και ενδοκοινοτικές παραδόσεις που δήθεν πραγματοποίησε προς τις αλλοδαπές επιχειρήσεις 1) ...... , Γερμανία, 2) ... , Γερμανία, 3) ... , Γερμανία, και 4) ... , Δανία, οι οποίες ουδέποτε έγιναν, εκδίδοντας για το λόγο αυτό εικονικά τιμολόγια και με τον τρόπο αυτό κατόρθωσε να λάβει, κατά το χρονικό διάστημα από 18.6.1994 μέχρι 9.2.1996, για πραγματοποιηθείσες δήθεν ενδοκοινοτικές παραδόσεις του από 1.4.1994 μέχρι 31.1.1996 χρονικού διαστήματος, παράνομη επιστροφή Φ.Π.Α., ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 261.211.675 δραχμών ή 766.578,64 ευρώ. Αυτός δε, στους παρακάτω χρόνους, που προΐστατο της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, έχοντας προηγουμένως έρθει σε συνεννόηση με τους προαναφερθέντες, Χ. Κ. και Π. Κ., υπέγραψε τις παρακάτω αναφερόμενες αποφάσεις επιστροφής Φ.Π.Α. και τα Α.Φ.Ε.Κ. (Ατομικά Φύλλα Έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α.), γνωρίζοντας ότι τα τιμολόγια και οι δηλώσεις που υπέβαλε η προαναφερθείσα επιχείρηση αναφέρονταν κατά κύριο λόγο σε εικονικές ενδοκοινοτικές παραδόσεις και ότι δεν δικαιούταν να λάβει τα αιτούμενα με αυτές ποσά. Πιο συγκεκριμένα, οι συγκατηγορούμενοί του Δ. Λ. και Π. Τ., Προϊστάμενοι του τμήματος ΦΠΑ της Δ.Ο.Υ., έχοντας έρθει προηγουμένως και αυτοί σε συνεννόηση με τους προαναφερθέντες, παραλάμβαναν τις αιτήσεις επιστροφής Φ.Π.Α., που υπέβαλε η επιχείρηση ... γνωρίζοντας ότι αναφέρονταν σε εικονικές κυρίως ενδοκοινοτικέ παραδόσεις και ότι δεν δικαιούταν να λάβει τα αιτούμενα με αυτές ποσά. Κατόπιν, επεξεργάζονταν και συνέτασσαν τις αποφάσεις επιστροφής Φ.Π.Α. και τα Α.Φ.Ε.Κ., από τα οποία τα κατωτέρω αναφερόμενα υπέγραψε αυτός, ως Προϊστάμενος - Διευθυντής της Δ.Ο.Υ. Για να επιτευχθεί δε η παράνομη επιστροφή των ποσών που μνημονεύονται στη συνέχεια, σκοπίμως παρέβη συγκεκριμένα υπηρεσιακά καθήκοντα του, όπως αυτά είχαν τεθεί με υπουργικές αποφάσεις και εγκυκλίους, με σκοπό να αποφευχθεί ο έλεγχος των περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α. που υπέβαλε η επιχείρηση και ο οποίος (έλεγχος) θα από κάλυπτε την εικονικότητα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών. Ειδικότερα, γνώριζε ότι οι αιτήσεις επιστροφής του Φ.Π.Α. είχαν παραληφθεί από τους προαναφερθέντες Προϊσταμένους του ΦΠΑ παράτυπα ήτοι σε χρόνο προγενέστερο από την υποβολή, των αντιστοίχων περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α., και χωρίς δικαιολογητικά (τουλάχιστον χωρίς τα φωτοαντίγραφα των περιοδικών εκκαθαρίσεων και προσωρινών δηλώσεων και την αναλυτική κατάσταση των πράξεων βάσει των οποίων ασκείτο το δικαίωμα της επιστροφής, των οποίων η υποβολή έπρεπε να είχε προηγηθεί), με προφανή σκοπό τη συντομότερη πρωτοκόλληση για την εν συνεχεία γρηγορότερη διενέργεια της επιστροφής του Φ.Π.Α., πριν την πρώτη επιστροφή φόρου δεν εξέδωσε εντολή, και δη γραπτή, για να διενεργηθεί προσωρινός έλεγχος από ελεγκτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 της ΠΟΛ 1078/1991 και του άρθρου 40 Ν. 1642/1986, και να συνταχθεί νομότυπη έκθεση ελέγχου, ώστε να διαπιστωθεί ότι η αιτούσα στοιχειοθετούσε το δικαίωμα επιστροφής του Φ.Π.Α., δεν ζήτησε να προσκομίσει ο νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης το Βιβλίο Εσόδων-Εξόδων και τα παραστατικά των αγορών και δαπανών που πραγματοποίησε, ώστε να καταστούν γνωστοί οι προμηθευτές του, δεν απέστειλε δελτία πληροφοριών στις Δ.Ο.Υ. των προμηθευτών, προκειμένου να διασταυρωθεί και να διαπιστωθεί αν οι αγορές είναι πραγματικές και, το βασικότερο, αν καταβλήθηκε ο αναλογούν Φ.Π.Α., ώστε να υπάρξει δικαίωμα επιστροφής. Ακόμη, δεν ζήτησε να προσκομίσει ο Σ. Γ. παραστατικά αγοράς και διακίνησης των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και θεωρημένες φορτωτικές για τη μεταφορά των εμπορευμάτων στο εξωτερικό, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των ΠΟΛ 1078/1991 (άρθρο 4), 1144/1992 και 1262/1993, δεν ζήτησε να προσκομίσει ο Σ. Γ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 της ΠΟΛ 1262/1993 και της ΠΟΛ 1104/1993, παραστατικά διαμεσολαβούσας τράπεζας για τις πληρωμές στο εξωτερικό (εμβάσματα πληρωμής Τραπεζών, επιταγές, αποδείξεις είσπραξης κ.λ.π.) και για τις δραχμοποιήσεις, δεν εξέδωσε εντολή και δη γραπτή, για να ελεγχθεί με δεύτερη αυτοψία και με έλεγχο των βιβλίων και παραστατικών της επιχείρησης, αλλά και με όλες τις ελεγκτικές διασταυρώσεις, σε σύντομο χρονικό διάστημα, η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης, όπως αυτό προβλέπεται από τις διατάξεις των ΠΟΛ 1078/1991 (άρθρο 9), 1089/1991 και 1104/1998, καθώς εμφάνιζε σε μικρό χρονικό διάστημα, σημαντικό όγκο συναλλαγών και, γενικότερα, δεν προέβη κατά τακτά χρονικά διαστήματα σε τακτικούς ή έκτακτους ελέγχους στην επιχείρηση, με όλες τις κατά την κρίση του ελεγκτικές διασταυρώσεις, παραβίασε τις ημερομηνίες πληρωμής, καθώς γνώριζε ότι οι αι τη σεις επιστροφής του Φ.Π.Α. είχαν παραληφθεί, και πρωτοκολληθεί χωρίς την προσκόμιση των απαραιτήτων δικαιολογητικών (περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α. κλπ.), και από την ίδια ημέρα άρχιζε να μετρά ο χρόνος της επιστροφής, ενώ έπρεπε, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΠΟΛ 1112/1995, η ημερομηνία της επιστροφής να μετατίθετο, ανάλογα με το χρόνο προσκόμισης των δικαιολογητικών, δεν τήρησε το Μητρώο δικαιούχων- επιστροφής Φ.Π.Α., παρά το ότι τούτο προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 8 της ΠΟΛ 1078/1991 και αποσκοπούσε, μεταξύ των άλλων, και στο να έχουν τα φορολογικά όργανα μια συνολική εικόνα του ύψους των επιστροφών της επιχείρησης, συνέχισε να αποδίδει Φ.Π.Α. στην επιχείρηση, είτε βάσει εικονικών, είτε και βάσει πραγματικών ενδοκοινοτικών συναλλαγών, παρόλο που γνώριζε ότι ήδη από τις 18.6.1994 είχε λάβει παρανόμως μη δικαιούμενο ΦΠΑ, και ενώ, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 10 της ΑΥΟ ΠΟΛ.1078/91, όφειλε να την είχε διαγράψει από το τηρούμενο στη Δ.Ο.Υ. μητρώο (ούτως ή άλλως τέτοιο δεν τηρείτο) και να μην επιστρέψει το οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α., παρά μόνο μετά τη διενέργεια τακτικού ελέγχου, που θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί εντός διετίας από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως για επιστροφή και τον οποίο και παρέλειψε σκοπίμως να διατάξεις. Ακόμη, απέδωσε και τον αιτηθέντα Φ.Π.Α. των φορολογικών περιόδων 1.12.1995 έως 31.12.1995 και 1.1.1996 έως 31.1.1996, παρά το ότι, όπως καλώς γνώριζε, η επιχείρηση αυτή εικονικά και μόνο μετέφερε από τις 18.12.1995 την έδρα της στην οδό..., αρμοδιότητας πλέον Δ.Ο.Υ. Α` Θεσσαλονίκης. Μεταχειρίστηκε δε, κατά την τέλεση των πράξεων του αυτών, ιδιαίτερα τεχνάσματα, ήτοι κρυφές υλικές ενέργειες και μεθόδους μη εμφανώς διακριτές, για τη διευκόλυνση των παρανόμων πράξεων του και τη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου, με σύγχρονη εξαπάτηση των εποπτευόντων τη Δ.Ο.Υ. Οικονομικών Επιθεωρητών, που θεωρούσαν τις ενέργειες του ως νόμιμες κατ` αρχήν. Ειδικότερα, για να διευκολύνει τις παράνομες άνω ενέργειες του και να ματαιώσει την αποκάλυψη της δραστηριότητας του από ενδεχόμενο έλεγχο, φρόντισε να μη σχηματιστεί στη Δ.Ο.Υ. καθόλου φάκελος επιστροφών Φ.Π.Α. για την επιχείρηση ... , ώστε να μη γίνονται ευχερώς αντιληπτές οι ελλείψεις που υπήρχαν στα δικαιολογητικά για την επιστροφή του Φ.Π.Α., ενώ εξάλλου, η παράβαση από μέρους του όλων των προαναφερθέντων υπηρεσιακών καθηκόντων του, και δη με το πρόσχημα ότι οι περισσότερες από τις ενέργειες στις οποίες όφειλε να είχε προβεί και δεν προέβη δεν προβλέπονται ρητά από τις διατάξεις της ΠΟΛ 1078/1991 (που βεβαίως δεν ήταν η μόνη εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη, όπως καλώς εγνώριζε) έγινε προς τον αυτό σκοπό, της διευκόλυνσης των παρανόμων άνω ενεργειών του και της ματαίωσης αποκάλυψής τους. Επί πλέον, συνέχισε να αποδίδει τον αιτούμενο Φ.Π.Α. και μετά τις 1.12.1995, που η επιχείρηση υπαγόταν πλέον, λόγω του διαχωρισμού της Α` Δ.Ο. Υ., όχι στη δική της αρμοδιότητα, αλλά στην αρμοδιότητα της Δ.Ο.Υ. Ιωνίας, έπραξε δε τούτο με προφανή σκοπό τη διευκόλυνση των παρανόμων επιστροφών στην επιχείρηση και την αποφυγή της αποκάλυψής τους, καθόσον υπήρχε κίνδυνος αποκάλυψης σε περίπτωση που επιλαμβανόταν των επιστροφών άλλη Δ.Ο.Υ., πλην της Α`. Για να φαίνεται δε ότι ενεργεί νομίμως, κατόπιν συνεννοήσεως του με τους προαναφερθέντες (Χ. Κ. και Π. Κ.), η επιχείρηση .......... υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας την από 18.12.1995 δήλωσή της για μεταβολή της έδρας της, ως ανωτέρω αναφέρεται, σε περιοχή αρμοδιότητας Α` Δ.Ο.Υ., η μεταβολή γνωστοποιήθηκε στη Δ.Ο.Υ. Α` με το αριθ. 548/19.12.1995 διαβιβαστικό έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Ιωνίας, η δήλωση όμως μεταβολής ήταν εικονική και έγινε για τη δημιουργία και μόνο νομιμοφάνειας των επιστροφών του Φ.Π.Α. Στις ως άνω παραλείψεις και πράξεις προέβη εν γνώσει του και κατόπιν μεθοδεύσεως, εξέδωσε αρχικά τη με αριθ. 292/1994 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και το με αριθ. 1484/1994 Α.Φ.Ε.Κ., κατόπιν δε της πρώτης αυτής επιστροφής Φ.Π.Α. που διενήργησε κατέστη εφικτή η διαδικασία και των υπολοίπων επιστροφών, εφόσον η πρώτη επιστροφή του Φ.Π.Α. είναι το κομβικό σημείο της αρχής των επιστροφών του Φ.Π.Α., μετά από το οποίο το τμήμα του Φ.Π.Α. διενεργεί τις επιστροφές χωρίς την πραγματοποίηση του προβλεπομένου πριν την πρώτη επιστροφή Φ.Π.Α. προσωρινού ελέγχου, στα πλαίσια βέβαια των υφισταμένων διατάξεων και μετά από πλήρη έλεγχο των προσκομιζομένων δικαιολογητικών, η μη προσκόμιση των οποίων οδηγεί αναπόφευκτα στην έκδοση εντολής από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. για τη διενέργεια νέου ελέγχου της επιχείρησης. Σε συνέχεια των προαναφερθεισών πράξεων του, η επιχείρηση ... εισέπραξε τα κάτωθι ποσά ως επιστροφή Φ.Π.Α.: 1) Στις 18.6.1994 εξέδωσε τη με αριθ. 292/1994 απόφαση επιστροφής ΦΠΑ και βάσει αυτής το με αριθ. 1484/1994 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η επιχείρηση ... έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. της φορολογικής περιόδου 1.4.1994 έως 30.4.1994, ύψους 3.063.963 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής), 2)στις 19.8.1994 εξέδωσε τη με αριθ. 331/1994 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το με αριθ. 162011994 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. της φορολογικής περιόδου 1.5.1994 μέχρι 30.6.1994, ύψους 8.605.549 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής), 3) στις 1.9.1994 εξέδωσε τη με αριθ.382/1994 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α και βάσει αυτής το με αριθ. 1658/1994 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Ιουλίου 1994, ύψους 7.904.476 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής), 4) στις 27.9.1994 εξέδωσε τη με αριθ. 423/1994 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το με αριθ. 1825/1994 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Αυγούστου 1994, ύψους 8.791.797 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 5) στις 14.10.1994 εξέδωσε τη με αριθ. 441/1994 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτης το με αριθ. 1979/1994 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π. Α. μηνός Σεπτεμβρίου 1994, ύψους 9.169.430 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 6) στις 10.11.1994, σε εκτέλεση της με αριθ. 47011994 απόφασης επιστροφής Φ.Π.Α. και του εκδοθέντος βάσει αυτής με αριθ. 2122/1994 ατομικού φύλλου εκ πτώσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Οκτωβρίου 1994, ύψους 8.974.577 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 7) στις 12.12.1994 εξέδωσε τη με αριθ. 529/1994 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το με αριθ. 2475/1994 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Νοεμβρίου 1994, ύψους 14.119.409 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 8) στις 25.1.1995 εξέ δώσε τη με αριθ. 28/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το με αριθ. 69/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Δεκεμβρίου 1994, ύψους 14.707.182 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 9) στις 20.2.1995, σε εκτέλεση της με αριθ. 69/1995 απόφασης επιστροφής Φ.Π.Α. και του εκδοθέντος βάσει αυτής με αριθ. 299/1995 ατομικού φύλλου έκπτωσης(επιστροφής) Φ.Π.Α (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α μηνός Ιανουαρίου 1995, ύψους 14.916.820 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 10) στις 22.3.1995 εξέδωσε τη με αριθ. 121/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α και βάσει αυτής το με αριθ. 555/1995 ατομικό φύλλο έκ πτώσης (επιστροφής) Φ.Π.Α (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α μηνός Φεβρουαρίου 1995, ύψους 17. 558.497 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 11) στις 17.4.1995 εξέδωσε τη με αριθ. 18011995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το με αριθ. 683α/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α μηνός Μαρτίου 1995, ύψους 16.813.712 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 12) στις 11.5.1995, σε εκτέλεση της με αριθ. 284/1995 απόφασης επιστροφής Φ.Π.Α και του εκδοθέντος βάσει αυτής με αριθ. 78011995 ατομικού φύλλου έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Απριλίου 1995, ύψους 16.200.083 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 13) στις 14.7.1995 εξέδωσε τη με αριθ. 391/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α και βάσει αυτής το με αριθ. 2012/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α μηνός Μαΐου 1995, ύψους 4.063.757 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 14) στις 25.7.1995 σε εκτέλεση της με αριθ. 444 1995 απόφασης επιστροφής Φ.Π.Α και του εκδοθέντος βάσει αυτής με αριθ. 2773/7995 ατομικού φύλλου έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης , η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α μηνός Ιουνίου 1995, ύψους 1.788.008 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 15) στις 9.8.1995 σε εκτέλεση της με αριθ. 466/1995 απόφασης επιστροφής Φ.Π.Α και του εκδοθέντος βάσει αυτής 2287/1995 ατομικού φύλλου έκπτωσης (επιστροφής) Φ.ΠΑ (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α μηνός Ιουλίου 1995, ύψους 12.288.192 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 16) στις 21.9.1995 σε εκτέλεση της με αριθ. 529/1995 απόφασης επιστροφής Φ.Π.Α. και του εκδοθέντος βάσει αυτής με αριθ. 2485/1995 ατομικού φύλλου έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Αυγούστου 1995, ύψους 14.707.118 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 17) στις 13.10.1995 σε εκτέλεση της με αριθ. 582/1995 απόφασης επιστροφής Φ.Π.Α. και του εκδοθέντος βάσει αυτής με αριθ. 2812/1995 ατομικού φύλλου έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Σεπτεμβρίου 19 95, ύψους 16.080.408 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 18) στις 20.11.1995 εξέδωσε τη με αριθ. 623/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το με αριθ. 3153/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Οκτωβρίου 1995, ύψους 16.569.349 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 19) στις 10.1.1996, σε εκτέλεση της με αριθ. 713/1995 απόφασης επιστροφής Φ.Π.Α. και του εκδοθέντος βάσει αυτής με αριθ. 12/1995 ατομικού φύλλου έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Νοεμβρίου 1995, ύψους 18.442.961 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 20) στις 9.2.1996 εξέδωσε τη με αριθ. 52/1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το με αριθ. 129/1996 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Δεκεμβρίου 1995, ύψους 18.090.657 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, και 21) στις 9.2.1996 εξέδωσες τη με αριθ. 55/1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το με αριθ. 273/1996 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Ιανουαρίου 1996, ύψους 18.355.730 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής. Δηλαδή, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, η επιχείρηση ... έλαβε από παράνομη επιστροφή Φ.Π.Α., το συνοδικό ποσό των 261.211.675 δραχμών ή 766.578,64 ευρώ, κατά το οποίο ελάττωσε εν γνώσει του την περιουσία του δημοσίου, της οποίας η διαχείριση του ήταν εμπιστευμένη.

Ο δεύτερος κατηγορούμενος Π. Τ., στη ... κατά το χρονικό διάστημα από τις 27-9-1994 μέχρι 9-2- 1996 και ειδικότερα στους χρόνους που μνημονεύονται στη συνέχεια, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, αποβλέποντας με τις μερικότερες πράξεις του στο συνολικό όφελος που προέκυπτε από αυτές, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α του ΠΚ, κατά τον προσδιορισμό και διαχείριση φόρων, ελάττωσε εν γνώσει του, για να ωφεληθεί άλλος, την περιουσία του δημοσίου, της οποίας (περιουσίας) η διαχείρισή του ήταν εμπιστευμένη, κατά την τέλεση δε της πράξης του αυτής μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, ενώ το αντικείμενο της πράξης του, που στρεφόταν σε βάρος του Δημοσίου, είχε συνολική αξία μεγαλύτερη των 150.000 ευρώ. Ειδικότερα, ενώ ήταν υπάλληλος της Α` Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης και του ανατέθηκε να προΐστατο του τμήματος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) της εν λόγω Δ.Ο.Υ., αυτός χρησιμοποίησε τη θέση του και τις αρμοδιότητες που αυτή του παρείχε για να επιτύχει, στις περιπτώσεις που μνημονεύονται στη συνέχεια, την επιστροφή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, συνολικού ποσού άνω των 150.000 ευρώ, σε φορολογούμενο που δεν είχε δικαίωμα στην επιστροφή αυτή, ωφελώντας αυτόν κατά το ως άνω ποσό και βλάπτοντας αντίστοιχα το ελληνικό δημόσιο. Συγκεκριμένα, ο Σ. Γ. του Α., μετά από συνεννόηση με τους Χ. Κ. και Π. Κ. να ασκήσει κατά τα φαινόμενα κυρίως και όχι στην πραγματικότητα εμπορική δραστηριότητα, μέσω επιχείρησης, προκειμένου στη συνέχεια, με την υποβολή περιοδικών και εκκαθαριστικών δηλώσεων Φ.Π.Α., στις οποίες θα εμφανίζονταν ανύπαρκτες συναλλαγές, να λάβει παράνομη επι στροφή Φ.Π.Α., προέβη στις 10.2.1994, με το με αριθ. .../10.2.1994 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ... , στη σύσταση της μονοπρόσωπης Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", με αντικείμενο εργασιών την "επεξεργασία, κατασκευή και εμπορία ετοίμων ενδυμάτων και λοιπών συναφών ειδών", της οποίας ήταν μοναδικός εταίρος, διαχειριστής και εκπρόσωπος και η οποία είχε την έδρα της αρχικά επί της οδού ..., στη ..., και στη συνέχεια, από τις 6.5.1994, επί της οδού ..., στο ..., αρμοδιότητας Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, και η οποία εικονικά και μόνο, με το με. αριθ. .../15.12.1995 τροποποιητικό συμβόλαιο του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου, μετέφερε την έδρα της επί της οδού ..., στη Θεσσαλονίκη, αρμοδιότητας και πάλι Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης. Η προαναφερθείσα επιχείρηση προέβη στις 7.3.1994 σε δήλωση έναρξης επιτηδεύματος στη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης, στη συνέχεια, μετά τη μεταβολή της έδρας της σε περιοχή αρμοδιότητας Δ.Ο.Υ. Α` Θεσσαλονίκης (...), και παρά το γεγονός ότι ανέπτυξε μικρή μόνο εμπορική δραστηριότητα, υπέβαλε σε τακτά χρονικά διαστήματα ψευδείς - εικονικές περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α., στις οποίες περιλάμβανε, μεταξύ των πραγματικών ενδοκοινοτικών παραδόσεων της προς τη Γερμανική επιχείρηση με την επωνυμία , και ενδοκοινοτικές παραδόσεις που δήθεν πραγματοποίησε προς τις αλλοδαπές επιχειρήσεις 1) ... , Γερμανία, 2) ... , Γερμανία, 3) .... , Γερμανία, και 4) ..... , Δανία, οι οποίες ουδέποτε έγιναν, εκδίδοντας για το λόγο αυτό εικονικά τιμολόγια και με τον τρόπο αυτό κατόρθωσε να λάβει, κατά το χρονικό διάστημα από 18.6. 1994 μέχρι 9.2.1996, για πραγματοποιηθείσες δήθεν ενδοκοινοτικές παραδόσεις του από 1.4.1994 μέχρι 31.1.1996 χρονικού διαστήματος, παράνομη επιστροφή Φ.Π.Α., ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 261.211.675 δραχμών ή 766.578,64 ευρώ. Αυτός δε, ως προϊστάμενος του Τμήματος Φ.Π.Α., έχοντας προηγουμένως έρθει σε συνεννόηση με τους προαναφερθέντες, Χ. Κ. και Π. Κ., παραλάμβανε τις αιτήσεις επιστροφής Φ.Π.Α. που υπέβαλε η επιχείρηση ... γνωρίζοντας ότι αναφέρονταν σε εικονικές κυρίως ενδοκοινοτικές παραδόσεις και ότι δεν δικαιούταν να λάβει τα αιτούμενα με αυτές ποσά. Κατόπιν, επεξεργαζόταν και συνέτασσε τις αποφάσεις επιστροφής Φ.Π.Α. τις οποίες υπέγραψε ο Προϊστάμενος - Διευθυντής της Δ.Ο.Υ. Κατά τη διεκπεραίωση δε των αιτήσεων παρέβη συγκεκριμένα υπηρεσιακά καθήκοντα του, όπως αυτά είχαν τεθεί με υπουργικές αποφάσεις και εγκυκλίους, με σκοπό να αποφευχθεί ο έλεγχος των περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α. που υπέβαλε η επιχείρηση και ο οποίος (έλεγχος) θα αποκάλυπτε την εικονικότητα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών. Ειδικότερα, παραλάμβανε τις αιτήσεις επιστροφής του Φ.Π.Α. παράτυπα, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο από την υποβολή των αντιστοίχων περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α., και χωρίς δικαιολογητικά (τουλάχιστον χωρίς τα φωτοαντίγραφα των περιοδικών εκκαθαρίσεων και προσωρινών δηλώσεων και την αναλυτική κατά στα ση των πράξεων βάσει των οποίων ασκείτο το δικαίωμα της επιστροφής, των οποίων η υποβολή έπρεπε να είχε προηγηθεί), με προφανή σκοπό τη συντομότερη πρωτοκόλληση για την εν συνεχεία γρηγορότερη διενέργεια της επιστροφής του Φ.Π.Α., δεν ζήτησε να προσκομίσει ο νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης το Βιβλίο Εσόδων- Εξόδων και τα παραστατικά των αγορών και δαπανών που πραγματοποίησε, ώστε να καταστούν γνωστοί οι προμηθευτές του, δεν απέστειλε δελτία πληροφοριών στις Δ.Ο.Υ. των προμηθευτών, προκειμένου να διασταυρωθεί και να διαπιστωθεί αν οι αγορές είναι πραγματικές και το βασικότερο, αν καταβλήθηκε ο αναλογούν Φ.Π.Α., ώστε να υπάρξει δικαίωμα επιστροφής. Ακόμη, δεν ζήτησε να προσκομίσει ο Σ. Γ. παραστατικά αγοράς και διακίνησης των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και θεωρημένες φορτωτικές για τη μεταφορά των εμπορευμάτων στο εξωτερικό, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των ΠΟΛ 1078/1991 (άρθρο 4), 1144/1992 και 1262/1993, δεν ζήτησε να προσκομίσει ο Σ. Γ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 της ΠΟΛ 1262/1993 και της ΠΟΛ 1104/1993, παραστατικά διαμεσολαβούσας τράπεζας για τις πληρωμές στο εξωτερικό (εμβάσματα πληρωμής Τραπεζών, επιταγές, αποδείξεις είσπραξης κ.λ.π.) και για τις δραχμοποιήσεις, δεν εξέδωσε εντολή, και δη γραπτή, για να ελεγχθεί με δεύτερη αυτοψία και με έλεγχο των βιβλίων και παραστατικών της επιχείρησης, αλλά και με όλες τις ελεγκτικές διασταυρώσεις, σε σύντομο χρονικό διάστημα, η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης, όπως αυτό προβλέπεται από τις διατάξεις των ΠΟΛ 1078/1991 (άρθρο 9), 1089/1991 και 1104/1998, καθώς εμφάνιζε, σε μικρό χρονικό διάστημα, σημαντικό όγκο συναλλαγών παραβίασε τις ημερομηνίες πληρωμής, καθώς παραλάμβανε και πρωτοκολλούσε τις αιτήσεις επιστροφής του Φ.Π.Α. χωρίς την προσκόμιση των απαραιτήτων δικαιολογητικών (περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α. κλπ.), και από την ίδια ημέρα άρχιζε να μετρά ο χρόνος της επιστροφής, ενώ έπρεπε, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΠΟΛ 1112/1995, η ημερομηνία της επιστροφής να μετατίθετο ανάλογα με το χρόνο προσκόμισης των δικαιολογητικών, δεν τήρησε το Μητρώο δικαιούχων επιστροφής Φ.Π.Α., παρά το ότι τούτο προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 8 της ΠΟΛ 1078/1991 και αποσκοπούσε, μεταξύ των άλλων, και στο να έχουν τα φορολογικά όργανα μια συνολική εικόνα του ύψους των επιστροφών της επιχείρησης, συνέχισε να αποδίδει Φ.Π.Α. στην επιχείρηση, είτε βάσει εικονικών, είτε και βάσει πραγματικών ενδοκοινοτικών συναλλαγών, παρόλο που γνώριζε ότι ήδη από τις 18.6. 1994 είχε λάβει παρανόμως μη δικαιούμενο ΦΠΑ, και ενώ, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 10 της ΑΥΟ ΠΟΛ.1078/91, όφειλε να την είχε διαγράψει από το τηρούμενο στη Δ.Ο.Υ. μητρώο (ούτως ή άλλως τέτοιο δεν τηρείτο) και να μην επιστρέψει το οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α., παρά μόνο μετά τη διενέργεια τακτικού ελέγχου, που θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί εντός διετίας από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως για επιστροφή και τον οποίο και παρέλειψε σκοπίμως να διατάξεις. Ακόμη, στις 8-12-1995, παρέλαβε την αριθ. 35455/1995 αίτηση επιστροφής Φ.Π.Α. της φορολογικής περιόδου 1.11.1995 μέχρι 30-11-1995 και απέδωσε τον αναλογούντα δήθεν Φ.Π.Α., παρά το ότι η προαναφερθείσα επιχείρηση, μετά το διαχωρισμό της Α` Δ.Ο.Υ. υπαγόταν πλέον, λόγω διεύθυνσης εγκατάστασης (έδρας), στην αρμοδιότητα της Δ.Ο.Υ. Ιωνίας, προς την οποία και όφειλε να είχε παραπέμψει την αίτηση, ως αναρμόδιος πλέον προς τούτο, ενώ εξάλλου απέδωσε και τον αιτηθέντα Φ.Π.Α. των φορολογικών περιόδων 1-12-1995 έως 31.12.1995 και 1.1.1996 έως 31.1.1996, παρά το ότι, όπως καλώς γνώριζε, η επιχείρηση αυτή εικονικά και μόνο μετέφερε από τις 18.12.1995 την έδρα της στην οδό Νέα ..., αρμοδιότητας πλέον Δ.Ο.Υ. Α` Θεσσαλονίκης. Μεταχειρίστηκε δε, κατά την τέλεση των πράξεων του αυτών, ιδιαίτερα τεχνάσματα, ήτοι κρυφές υλικές ενέργειες και μεθόδους μη εμφανώς διακριτές, για τη διευκόλυνση των παρανόμων πράξεών του και τη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου, με σύγχρονη εξαπάτηση των εποπτευόντων τη Δ.Ο.Υ. Οικονομικών Επιθεωρητών, που θεωρούσαν τις ενέργειές του ως νόμιμες κατ` αρχήν. Ειδικότερα, για να διευκολύνει τις παράνομες άνω ενέργειες του και να ματαιώσει την αποκάλυψη της δραστηριότητάς του από ενδεχόμενο έλεγχο, φρόντισε να μη σχηματιστεί στη Δ.Ο.Υ. καθόλου φάκελος επιστροφών Φ.Π.Α. για την επιχείρηση ..., ώστε να μη γίνονται ευχερώς αντιληπτές οι ελλείψεις που υπήρχαν στα δικαιολογητικά για την επιστροφή του Φ.Π.Α., ενώ εξάλλου, η παράβαση από μέρους του όλων των προαναφερθέντων υπηρεσιακών καθηκόντων του, και δη με το πρόσχημα ότι οι περισσότερες από τις ενέργειες στις οποίες όφειλε να είχε προβεί και δεν προέβη δεν προβλέπονται ρητά από τις διατάξεις της ΠΟΛ 1078/1991 (που βεβαίως δεν ήταν η μόνη εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη, όπως καλώς γνώριζε), έγινε προς τον αυτό σκοπό, της διευκόλυνσης των παρανόμων άνω ενεργειών του και της ματαίωσης αποκάλυψής τους. Επί πλέον, συνέχισε να αποδίδει τον αιτούμενο Φ.Π.Α. και μετά τις 1.12.1995, που η επιχείρηση υπαγόταν πλέον, λόγω του διαχωρισμού της Α` Δ.Ο.Υ., όχι στη δική της αρμοδιότητα, αλλά στην αρμοδιότητα της Δ.Ο.Υ. Ιωνίας, έπραξε δε τούτο με προφανή σκοπό τη διευκόλυνση των παρανόμων επιστροφών στην επιχείρηση και την αποφυγή της αποκάλυψής τους, καθόσον υπήρχε κίνδυνος αποκάλυψης τους σε περίπτωση που επιλαμβανόταν των επιστροφών άλλη Δ.Ο.Υ., πλην της Α`. Για να φαίνεται δε ότι ενεργείς νομίμως, κατόπιν συνεννοήσεως του με τους προαναφερθέντες (Χ. Κ. και Π. Κ.), η επιχείρηση ... υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας την από 18.12.1995 δήλωσή της για μεταβολή της έδρας της, ως ανωτέρω αναφέρεται, σε περιοχή αρμοδιότητας Α` Δ.Ο.Υ. η μεταβολή γνωστοποιήθηκε στη Δ.Ο.Υ. Α` με το αριθ. 548/19.12.1995 διαβιβαστικό έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Ιωνίας, η δήλωση όμως μεταβολής ήταν εικονική και έγινε για τη δημιουργία και μόνο νομιμοφάνειας των επιστροφών του Φ.Π.Α. Στις ως άνω παραλείψεις και πράξεις προέβη εν γνώσει του και κατόπιν μεθοδεύσεως, επεξεργάστηκε δε και συνέταξε τις παρακάτω αναφερόμενες αποφάσεις επιστροφής Φ.Π.Α., τις οποίες υπέγραψε ο Προϊστάμενος - Διευθυντής της Δ.Ο.Υ. και εν συνεχεία συνέταξε τα επίσης πιο κάτω αναφερόμενα ατομικά φύλλα έκπτωσης (ΑΦΕΚ) Φ.Π.Α., τα οποία υπέγραψε ο ίδιος, το επάνω τμήμα για τη φορολογική εκκαθάριση, ως Προϊστάμενος του Τμήματος, καθώς και ο Προϊστάμενος - Διευθυντής της Δ.Ο.Υ., σε εκτέλεση των οποίων η επιχείρηση ... εισέπραξε τα κάτωθι ποσά ως επιστροφή Φ.Π.Α. 1) στις 27.9.1994 συνέταξε τη με αριθ. 423/1994 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 1825/1994 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Αυγούστου 1994, ύψους 8.791.797 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 2) στις 14.10.1994 συνέταξε τη με αριθ. 441/1994 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 1979/1994 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Σεπτεμβρίου 1994, ύψους 9.169.430 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 3) στις 10.11.1994, συνέταξε τη με αριθ. 470/1994 απόφασης επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 2122/1994 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Οκτωβρίου 1994, ύψους 8.974.577 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 4) στις 12.12.1994 συνέταξε τη με αριθ. 529/1994 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 2475/1994 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Νοεμβρίου 1994, ύψους 14.119.409 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 5) στις 25.1.1995 συνέταξε τη με αριθ. 28/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 69/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Δεκεμβρίου 1994, ύψους 14.707.182 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 6) στις 20.2.1995, συνέταξε τη με αριθ. 69/1995 απόφασης επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 299/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Ιανουαρίου 1995, ύψους 14.916.820 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 7) στις 22.3.1995 συνέταξε τη με αριθ. 121/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 555/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Φεβρουαρίου 1995, ύψους 17.558.497 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 8) στις 17.4.1995 συνέταξε τη με αριθ. 180/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 683α/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Μαρτίου 1995, ύψους 16. 813.712 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 9) στις 11.5.1995 συνέταξε τη με αριθ. 284/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 780/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Απριλίου 1995, ύψους 16.200.083 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 10) στις 14.7.1995 συνέταξε τη με αριθ. 391/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 2012/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Μαΐου 1995, ύψους 4.063.757 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 11) στις 25.7.1995 συνέταξε τη με αριθ. 444/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 2173/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Ιουνίου 1995, ύψους 1.788.008 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 12) στις 9.8.1995 συνέταξε τη με αριθ. 466/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 2287/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Ιουλίου 1995, ύψους 12.288.192 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 13) στις 21.9.1995 συνέταξε τη με αριθ. 529/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 2485/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Αυγούστου 1995, ύψους 14.707.118 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 14) στις 13.10.1995 συνέταξε τη με αριθ. 582/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 2812/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Σεπτεμβρίου 1995, ύψους 16. 080.408 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 15) στις 20.11.1995 συνέταξε τη με αριθ. 623/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 3153/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Οκτωβρίου 1995, ύψους 16.569.349 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 16) στις 10.1.1996 συνέταξε τη με αριθ. 713/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 12/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Νοεμβρίου 1995, ύψους 18.442.961 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, 17) στις 9.2.1996 συνέταξε τη με αριθ. 52/1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 129/1996 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α.(Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Δεκεμβρίου 1995, ύψους 18.090.657 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής, και 18) στις 9.2. 1996 συνέταξε τη με αριθ. 55/1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής εξέδωσε το με αριθ. 273/1996 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με τα οποία η ως άνω επιχείρηση έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. μηνός Ιανουαρίου 1996, ύψους 16.355.730 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής. Δηλαδή, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, η επιχείρηση ......................... έλαβε από παράνομη επιστροφή Φ.Π.Α., το συνολικό ποσό των 261.211.675 δραχμών ή 766.578,64 ευρώ, κατά το οποίο ελάττωσε εν γνώσει του την περιουσία του δημοσίου, της οποίας η διαχείριση του ήταν εμπιστευμένη.

Όσον αφορά τους λοιπούς κατηγορουμένους Χ. Κ. και Π. Κ., από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξαν συνεχείς παραινέσεις αυτών με πειθώ και φορτικότητα προς τους Δ. Λ. [ήδη αποβιώσαντα], Π. Τ. και Ε. Β., αλλά αντίθετα ότι οι προαναφερθέντες τρίτος και τέταρτη κατηγορούμενοι, ήρθαν σε προηγούμενη συνεννόηση με τους πιο πάνω εφοριακούς υπαλλήλους και από κοινού κατέστρωσαν το σχέδιο παράνομης είσπραξης ΦΠΑ [που στοιχειοθετεί κατά τα προδιαληφθέντα το αδίκημα της απιστίας από τους προαναφερθέντες υπαλλήλους] το οποίο χωρίς την άμεση συνδρομή του δεν θα επιτυγχάνονταν, αφού απαραίτητη ήταν η δημιουργία και η ύπαρξη εξαγωγικής εταιρίας η επίκληση και προσκομιδή εικονικών τιμολογίων κλπ στην ΔΟΥ, ενέργειες που αυτοί ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας μέσω παρενθέτου προσώπου, γνωρίζοντας, τόσο τον επιζήμιο χαρακτήρα της πράξης τους για το ελληνικό δημόσιο, όσο και το ότι αυτή τελείτο από μέρους των προαναφερομένων συγκατηγορουμένων τους κατά παράβαση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους, [όπως αυτά ειδικότερα αναφέρονται πιο πάνω για τους πρώτο και δεύτερο κατηγορουμένους]. Συγκεκριμένα από κοινού ενεργούντες και μετά από συναπόφαση, αφού συννενοήθηκαν κατά τα προαναφερθέντα με τον Σ. Γ. να ασκήσει αυτός κατά/τα φαινόμενα κυρίως και όχι στην πραγματικότητα εμπορική δραστηριότητα, μέσω επιχείρησης, προκειμένου στη συνέχεια με την υποβολή περιοδικών και εκκαθαριστικών δηλώσεων Φ.Π.Α., στις οποίες θα εμφανίζονταν ανύπαρκτες συναλλαγές, να λάβει παράνομη επιστροφή Φ.Π.Α., αυτός προέβη στις 10.2.1994, με το με αριθ. .../10.2.1994 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Καραμάνου, στη σύσταση της μονοπρόσωπης Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", με αντικείμενο εργασιών την "επεξεργασία, κατασκευή και εμπορία ετοίμων ενδυμάτων και λοιπών συναφών ειδών", της οποίας ήταν μοναδικός εταίρος, διαχειριστής και εκπρόσωπος φαινομενικά και η οποία είχε την έδρα της αρχικά επί της οδού ..., στη ..., και στη συνέχεια, από τις 6.5.1994, επί της οδού ..., στο ..., αρμοδιότητας Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης και η οποία εικονικά και μόνο με το με αριθ. .../15.12.1995 τροποποιητικό συμβόλαιο του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου, μετέφερε την έδρα της επί της οδού ..., στη ..., αρμοδιότητας και πάλι Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια η προαναφερθείσα επιχείρηση προέβη στις 7.3.1994 σε δήλωση έναρξης επιτηδεύματος στη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης, στη συνέχεια, μετά τη μεταβολή της έδρας της σε περιοχή αρμοδιότητας Δ.Ο.Υ. Α` Θεσσαλονίκης (...), και παρά το γεγονός ότι ανέπτυξε μικρή μόνο εμπορική δραστηριότητα, υπέβαλε σε τακτά χρονικά διαστήματα ψευδείς - εικονικές περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α., στις οποίες περιλάμβανε, μεταξύ των πραγματικών ενδοκοινοτικών παραδόσεων της προς τη Γερμανική επιχείρηση με την επωνυμία ..., και ενδοκοινοτικές παραδόσεις που δήθεν πραγματοποίησε προς τις αλλοδαπές επιχειρήσεις 1) ... , Γερμανία, 2) ... Γερμανία 3) ... , Γερμανία και 4) ... , Δανία, οι οποίες ουδέποτε έγιναν, εκδίδοντας για το λόγο αυτό εικονικά τιμολόγια και με τον τρόπο αυτό κατόρθωσε να λάβει, κατά το χρονικό διάστημα από 18.6. 19 94 μέχρι 9.2.1996, για πραγματοποιηθείσες δήθεν ενδοκοινοτικές παραδόσεις του από 1.4.1994 μέχρι 31.1.1996 χρονικού διαστήματος, παράνομη επιστροφή Φ.Π.Α., ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 261.211.675 δραχμών ή 766.578,64 ευρώ, όπως ειδικότερα πιο πάνω αλλά και στο διατακτικό της παρούσας διαλαμβάνεται. Έτσι τέλεσαν κατ` εξακολούθηση και κατά συρροή, τους παραπάνω αναφερόμενους χρόνους για κάθε μία περίπτωση παράνομης επιστροφής ΦΠΑ, το έγκλημα της άμεσης συνέργειας σε απιστία στην υπηρεσία με αντικείμενο αξίας άνω των 150.000 ευρώ και με χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων.

Ενόψει των αποδειχθέντων πιο πάνω περιστατικών και σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε πρέπει οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι απιστίας περί την υπηρεσία με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950 κατ` εξακολούθηση και οι λοιποί δύο για άμεση συνέργεια σε απιστία περί την υπηρεσία με την επιβαρυντική περίπτωση του 1608/1950 κατ` εξακολούθηση και κατά συρροή, [κατ` ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό του είδους της συμμετοχής τους] όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του τρίτου και της τέταρτης των κατηγορουμένων α] περί παραγραφής του εγκλήματος που τους αποδίδεται λόγω της πλημμεληματικής του μορφής [άρθρο 390 ΠΚ και 49 παρ.2 ΠΚ] και β] της ύπαρξης δεδικασμένου επειδή με την άσκηση σε βάρος του τρίτου της πρώτης χρονικά ποινικής δίωξης για φορολογική απάτη σε βάρος του δημοσίου [2006] και την δημιουργία εκκρεμοδικίας, η παρούσα νεώτερη σε βάρος του δίωξη [2007] ανεξαρτήτως νομικού χαρακτηρισμού είναι απαράδεκτη [όπως ειδικότερα πιο πάνω εκτίθεται], κρίνονται απορριπτέοι για τους εξής λόγους: 1] Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε το έγκλημα της απιστίας στην υπηρεσία αποτελεί αυτοτελές και ιδιαίτερο έγκλημα και δεν αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθρου 390 ΠΚ. τιμωρείται δε με την ποινή της καθείρξεως. Τούτο δε έχει ως συνέπεια ο άμεσος συνεργός στην απιστία περί την υπηρεσία να διώκεται και αυτός και να τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος και όχι πλημμελήματος κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 49 παρ.1 και όχι της παρ.2 ΠΚ. με δυνητικά μειωμένη ποινή. Λόγω δε του κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξης ο χρόνος παραγραφής είναι 20ετής [15+5] ο οποίος από τότε που διαπράχθηκαν οι πράξεις των κατηγορουμένων μέχρι σήμερα δεν έχει παρέλθει. 2] δεδικασμένο δεν υπάρχει αφού πρόκειται για την άσκηση διαφορετικών ποινικών διώξεων για πράξεις που πλήττουν διαφορετικά έννομα αγαθά και με διαφορετικά αντικειμενικά στοιχεία που συγκροτούν την νομοτυπική του μορφή και όχι για διαφορετικό χαρακτηρισμό της ίδιας πράξης, η πρώτη από τις οποίες μάλιστα [πλημμεληματική] τέθηκε στο αρχείο λόγω παραγραφής όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται [Ολ.ΑΠ 1/2011]".

Περαιτέρω το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε την κηρυχθείσα ένοχο αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Π. Κ., για άμεση συνέργεια σε κατ` εξακολούθηση απιστία περί την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου (άρ. 256 ΠΚ), από τους συγκαταδικασθέντες δημοσίους υπαλλήλους της Α` ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, Ε. Β. και Π. Τ., από την οποία απιστία η προκληθείσα στο Δημόσιο ζημία από παράνομη επιστροφή ΦΠΑ σε ΕΠΕ συμφερόντων των δύο αναιρεσειόντων, υπερβαίνει το ποσόν των 150.000 ευρώ και δη ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 261.211.675 δραχμών ή 766.578,64 ευρώ, ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου του ν. 1608/1950, με χρόνο τελέσεως από 18-6-1994 μέχρι 9-2-1996, σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών.
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αρ. 476, 477/2013 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος άμεσης συνέργειας σε απιστία περί την υπηρεσία εφοριακών υπαλλήλων, σε βαθμό κακουργήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες, έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως, των άρθρων 17, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1 α, 49 παρ.1, 98, 256 και 390 του ΠΚ και 1 ν. 1608/1950, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς έτσι να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση, δεχθέν, ότι συντρέχει κακουργηματική μορφή του εγκλήματος του άρθρου 256 ΠΚ, διότι συνέτρεχε και στο πρόσωπο της συμμετόχου αναιρεσείουσας επιβαρυντική περίσταση του ν. 1608/1950 και ότι δεν πρόκειται για πλημμέλημα και δη για παράβαση του άρθρου 390 σε συνδ. με 49 παρ.2 του ΠΚ, ορθά απορρίψαν στη συνέχεια τον προβληθέντα συναφή περί παραγραφής αυτοτελή ισχυρισμό των κατηγορουμένων και της αναιρεσείουσας. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως της αναιρεσείουσας: α) αναφέρονται οι επί μέρους πράξεις της αναιρεσείουσας, αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος αυτής με παράθεση πραγματικών περιστατικών, με τις παραδοχές, στη σελ. 66 του αιτιολογικού, ότι η αναιρεσείουσα και ο απολειπόμενος αναιρεσείων Χ. Κ., ήρθαν σε προηγούμενη συνεννόηση με τους δύο συγκαταδικασθέντες εφοριακούς υπαλλήλους και από κοινού κατέστρωσαν σχέδιο παράνομης είσπραξης ΦΠΑ από το Δημόσιο, το οποίο σχέδιο χωρίς την άμεση συνδρομή αυτής και του Χ. Κ., δεν θα επιτυγχανόταν, αφού απαραίτητη ήταν η δημιουργία και η ύπαρξη εξαγωγικής εταιρείας, (την οποία και συνέστησαν με παρένθετο πρόσωπο), η επίκληση και προσαγωγή εικονικών τιμολογίων στη ΔΟΥ, για ανύπαρκτες εικονικές συναλλαγές, γνωρίζουσα τον επιζήμιο χαρακτήρα για το Δημόσιο και την παράβαση των υπηρεσιακών καθηκόντων των υπαλλήλων της ΔΟΥ, β) Η αιτίαση ότι πρόκειται για παραγραφείσα πλημμεληματική πράξη, ότι θα έπρεπε να διωχθούν με το άρθρο 390 και 49 παρ.2 του ΠΚ και ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς η συνδρομή στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, αμέσου συνεργού, των ιδιαίτερων τεχνασμάτων που καθιστούν την πράξη της απιστίας του άρθρου 256 ΠΚ κακούργημα, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν την καταδίκασε για άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απιστία με τη χρήση ιδιαίτερων τεχνασμάτων, αλλά για άμεση συνέργεια σε απιστία στην υπηρεσία, κατ` εξακολούθηση, με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, ποσού ζημίας του Δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, άνω των 150.000 ευρώ, ήτοι για κακουργηματική και όχι πλημμεληματική πράξη, λόγω συνδρομής των επιβαρυντικών περιστάσεων του ν. 1608/1950, διότι η ζημία του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσό που είναι κατά τις παραδοχές άνω των 150.000 ευρώ, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, οπότε και προβλέπεται από τον ανωτέρω νόμο ποινή κάθειρξης, κατά δε την προεκτεθείσα στη μείζονα σκέψη διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 του ν.δ. 2576/1953, οσάκις στις περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, το έγκλημα διαπράχθηκε κατ` εξακολούθηση δια πολλών μερικοτέρων πράξεων, για τον προσδιορισμό της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσας ζημίας, ως επίσης για τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το όλον περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων. Εκ περισσού δε και διηγηματικά στο αιτιολογικό παρατίθενται και τα ιδιαίτερα τεχνάσματα που χρησιμοποίησαν οι φυσικοί αυτουργοί της απιστίας εφοριακοί υπάλληλοι, (εικονικά τιμολόγια ανύπαρκτων διεθνών συναλλαγών), τούτο δε προκύπτει και από το γεγονός ότι στη σελίδα 44-45 του αιτιολογικού το δικαστήριο αναφέρει ρητά ότι το βασικό έγκλημα της υπηρεσιακής απιστίας υπάγεται λόγω του ύψους της ζημίας του Δημοσίου στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, η οποία εισάγει μία σειρά ιδιαίτερα διακεκριμένων μορφών των ήδη τυποποιημένων στον ΠΚ εγκλημάτων και ότι ελάχιστη σημασία έχει η θεμελίωση των επικαλυπτομένων από το τελευταίο επιβαρυντικών κακουργηματικών περιστάσεων του άρθρου 256 εδ.γ. ΠΚ, δηλαδή των ιδιαίτερων τεχνασμάτων, τα οποία τεχνάσματα δεν είναι απαραίτητα αν το ποσό της ζημίας υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ, γ) για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να παρατεθεί και το αν ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη και σε βάρος του Σ. Γ., δεδομένου ότι η Μονοπρόσωπη ΕΠΕ "...", εταιρεία της οποίας ήταν αυτός μοναδικός εταίρος και διαχειριστής, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήταν εικονική, δημιουργήθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως όχημα για την επίτευξη των παράνομων επιστροφών του ΦΠΑ, για ανύπαρκτες συναλλαγές και εξαγωγές, σύμφωνα με το σχέδιο και των τεσσάρων συγκατηγορουμένων που καταδικάστηκαν, τα δε παραπάνω, δεν τα αναιρεί η παραδοχή ότι η ανωτέρω για τον παραπάνω παράνομο σκοπό συσταθείσα ΕΠΕ ανέπτυξε και μικρή εμπορική δραστηριότητα και είναι αδιάφορο αν διώχθηκε ή όχι ποινικά και ο ανωτέρω διαχειριστής της ΕΠΕ. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όπως περί παραδοχών αντίθετων προς τις καταθέσεις των μαρτύρων και προς αναγνωσθέντα έγγραφα, περί ποσού ζημίας του Δημοσίου μικρότερου του αναφερόμενου στις παραδοχές, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά παραπάνω ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Επομένως, όλοι οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ`, Ε` και Η` του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, για έλλειψη της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, για μη επιβολή ελαττωμένης ποινής σε σχέση με τους υπαλλήλους αυτουργούς ποινής και για υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 57 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη κι αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 §2, 525 και 526 του ιδίου Κώδικα, αν δε παρά την πιο πάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 36, 43, 46, 50, 125, 132, 310, 370 εδ. γ` ΚΠΔ και τις γενικές αρχές του δικονομικού δικαίου, συνάγεται ότι η εκκρεμοδικία, παρά την ανυπαρξία ρητής δικονομικής διατάξεως, αποτελεί αρνητική δικονομική προϋπόθεση, η οποία εμποδίζει την άσκηση νέας (δεύτερης) ποινικής διώξεως και την πρόοδο της σχετικής διαδικασίας κατά του ιδίου προσώπου, για την ίδια πράξη, για την οποία έχει ήδη ασκηθεί προηγούμενη ποινική δίωξη. Δεύτερη διαδικασία ενώπιον του αυτού ή άλλου δικαστηρίου κατά του αυτού προσώπου και για την ίδια πράξη, με την άσκηση δεύτερης ποινικής διώξεως, είναι απαράδεκτη, αφού το ανεπίτρεπτο της ποινικής διώξεως, σε περίπτωση εκκρεμοδικίας, έχει την έννοια ότι είναι ανεπίτρεπτη η παράλληλη διεξαγωγή δύο ποινικών διαδικασιών για την ίδια πράξη, που νοείται ως idem factum και όχι idem crimen. Τούτο συμβαίνει όχι μόνον για να αποφεύγεται ο ενδεχόμενος κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων αλλά κυρίως και για να τηρηθεί ο κανόνας "non bis in idem", σύμφωνα με τον οποίο ο καθένας μόνο μία φορά, δηλαδή με μία μόνο διαδικασία, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση, ως υπαίτιος της αυτής πράξεως, με αποτέλεσμα να εξαντλείται η κατά το άρθρο 27 Κ.Ποιν.Δ. αξίωση της Πολιτείας προς άσκηση ποινικής διώξεως, όταν αυτή ασκηθεί μία φορά. Όσον αφορά την έννοια της ταυτότητας της πράξεως, αυτή υπάρχει όταν αφορά το ίδιο ιστορικό γεγονός στο σύνολό του που αφορά την ενέργεια ή την παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε, είτε αυτό συνάπτεται άμεσα με το δράστη (τυπικό έγκλημα) είτε επακολουθεί (ουσιαστικό έγκλημα) (Ολ.ΑΠ 1/2011).

Κατά την έννοια του παραπάνω άρθρου 57 παρ. 1 ΚΠΔ, δεδικασμένο πηγάζει από αμετάκλητη απόφαση που αποφαίνεται για τη βασιμότητα της κατηγορίας για την ίδια πράξη του ίδιου κατηγορουμένου, έστω και αν δίνεται κατά τη νέα δίωξη διαφορετικός χαρακτηρισμός στην πράξη. Αντιθέτως, δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 ΚΠΔ, αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά ως μη νόμιμη ή προφανώς κατ` ουσίαν αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης (ΑΠ 383/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ` και Η` ΚΠΔ, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την αρχή της εκκρεμοδικίας, καθόσον για την ιδία υπόθεση, κατόπιν μηνυτήριας αναφοράς της Α` ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε το 2006 αρχικά σε βάρος τους ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 18 του ν. 2523/1997(φοροδιαφυγή), δηλαδή για την με εξαπάτηση των αρμοδίων φορολογικών αρχών είσπραξη επιστροφών ΦΠΑ, και μετά ασκήθηκε δίωξη για την κρινόμενη πράξη, για ηθική αυτουργία σε κακουργηματική απιστία των ιδίων εφοριακών υπαλλήλων, με τα ίδια περιστατικά, ότι με την άσκηση της πρώτης δίωξης δημιουργήθηκε εκκρεμοδικία και ότι τελικά η παραπάνω μηνυτήρια αναφορά του 2006 και η σχηματισθείσα δικογραφία τέθηκε από τον αρμόδιο εισαγγελέα στο αρχείο και ότι κατά συνέπεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καθ` υπέρβαση της εξουσίας του, που δεν κήρυξε απαράδεκτη τη δεύτερη ποινική δίωξη, λόγω εκκρεμοδικίας, παραβίασε την δεδικασμένο, που παρήχθη από την αμετάκλητη εισαγγελική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, παραβίασε το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ`, Ε` και ΣΤ` του ΚΠΔ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν παράγεται δεδικασμένο από την αρχειοθέτηση της μήνυσης ή της αναφοράς για την πράξη που καταγγέλλεται και παραδεκτά ασκήθηκε η ποινική δίωξη για την πράξη της απιστίας περί την υπηρεσία και η αναιρεσείουσα διώχθηκε για ηθική αυτουργία και καταδικάστηκε για άμεση συνέργεια στην ανωτέρω απιστία των δύο εφοριακών υπαλλήλων.

Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της Π. Κ., μετά των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αριθ. εκθέσ. 20/18-9-2013 αίτηση του Χ. Κ. του Κ. περί αναιρέσεως της με αρ. 476, 477/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει τον ανωτέρω αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου εκ τριακοσίων (300) ευρώ.
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 21/19-9-2013 αίτηση της Π. Κ. του Δ., μετά των από 18-11-2013 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της με αρ. 476,477/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου εκ τριακοσίων (300) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis